Παιδικές αναμνήσεις

Οι διακοπές στην Κρήτη ξύπνησαν αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων.

Κάθε βράχος, κάθε σπίτι, κάθε στενό, κάθε γωνία και μία μικρή μοναδική ανάμνηση.

Θυμάμαι, οι γονείς μας, μας πήγαιναν για μπάνιο στο Μακρύ Γιαλό δίπλα από το ξενοδοχείο Sunwing.

Εκεί έκαναν το μπάνιο τους οι Χανδριανοί και ποτέ δεν είχε κόσμο.

Μας στοιβάζανε σε ένα αυτοκίνητο – τέσσερα κορίτσια, οι ξαδέρφες μου κι εγώ – και μας πήγαιναν στη θάλασσα από τις 10:00 το πρωί.
Όμως για να πάμε νωρίς έπρεπε να περιμένουμε τη Γιάννα – τη μικρή ξαδέρφη – να πιεί το γάλα της, τη Σοφία να κάνει τα τηλέφωνά της – η μεσαία – και την Άννα – η μεγάλη – να χαζολογήσει τα χόρτα που έφερε η γιαγιά μας για βράσιμο.

Για να φτάσουμε στην παραλία πρέπει κάθε φορά να κατέβουμε μία μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα.

Κάθε φορά η Γιάννα γκρεμιζόταν στα χώματα και μάτωνε τα πόδια της.

Εμείς εκνευριζόμασταν διότι η Γιάννα μας καθυστερούσε με τα ματωμένα της γόνατα και τα δήθεν κλάματα πόνου που τράβαγαν την προσοχή των γονιών μας.

Η παραλία ήταν – και είναι – μία τεράστια αμμουδιά με άμμο στη θάλασσα, πρασινο-μπλε νερά και μπόλικος χώρος για να παίξουμε “κορόιδο” με μία μπάλα του τένις.

Το κορόιδο ήταν πάντα ο πατέρας μου.

Όταν κολυμπούσα να πιάσω την μπάλα, θυμάμαι πως μου έπιανε το πόδι και με βούταγε στη θάλασσα.

Έπινα 5 λίτρα νερό και το κλάμα από τη δυσάρεστη κατάποση αλατόνερου δεν έπιανε ώστε να μου δώσουν οι γονείς την ίδια σημασία που έδιναν στη μικρή και αγαπημένη τους Γιάννα.

Φυσικά ποτέ δεν παίζαμε τη μικρή διότι πάντα γκρεμιζόταν και ρουφιάνευε: “Μαμάααα η Cyberella μου έβαλε τρικλοποδιά”, “μαμάαααα η Cyberella μου έκανε πατωτή”.

Η επιστροφή από τη θάλασσα ήταν άκρως εξευτελιστική.

Επειδή δεν ήταν δυνατό να πλυθούν στο σπίτι δύο ζευγάρια και 4 κορίτσια όλοι σε ένα μπάνιο, οι γονείς μας είχαν κάνει μία απίστευτη πατέντα.

Γέμιζαν από το χωριό και κουβαλούσαν στη θάλασσα, μπιτόνια με γλυκό νερό.

Αυτά στο πορτ μπαγκάζ ζεσταίνονταν και μας ξέπλεναν εκεί που είχαν παρκάρει τα αυτοκίνητά τους, εκεί στη στροφή του Sunwing που περνάνε όσοι θέλουν να πάνε από Ιεράπετρα στη Σητεία.

Γινόμασταν θέαμα, μας ξεβρακώνανε, και μας λούζανε, κοινή θέα.

Τα θυμάμαι όλα αυτά και γελώ

_

Σε ακόμα μικρότερη ηλικία, μαζευόμασταν τα πρωινά στο σπίτι της “δασκάλας“, κουβαλάγαμε τις κούκλες μας και την προίκα τους, βουτάγαμε τον κουβά της γιαγιάς, τον γεμίζαμε νερό και βαφτίζαμε τις κούκλες μας.

Κάθε μέρα, μία ξαδέρφη ήταν η τυχερή “μαμά” που βάφτιζε την κούκλα της.

Φυσικά είχαμε και “γλέντι” μετά τα βαφτίσια.

Σερβίραμε στους καλεσμένους, δηλαδή μεταξύ μας, στα πλαστικά σετ τσάι – πιάτων (που μας είχαν πάρει οι μαμάδες μας για να παίζουμε τις νοικοκυρές, αλλά παίζαμε τελικά τις νονές) κεφτεδάκια φτιαγμένα από χώμα…

Θαρρώ πως τα τρώγαμε κιόλας(!)

Μετά τρώγαμε και ένα χέρι ξύλο από τους γονείς που λερώσαμε με λάσπες και χώματα τα καλά μας τα φορέματα (έπρεπε να φοράμε τα καλά μας στα βαφτίσια) και αλλάξαμε το μενού προσφέροντας γαριδάκια στους καλεσμένους.

_

Το ίδιο καλοκαίρι θυμάμαι ανακαλύψαμε τη λεμονιά που είχαμε δίπλα στο κοτέτσι μας.

Αυτή την κακομοίρα τη λεμονιά την είχαμε μαδήσει.

Είχαμε την φαεινή ιδέα ότι αν μαζέψουμε τα φύλλα της, τα βάλουμε σε νερό και τα μουλιάσουμε στον ήλιο θα μπορέσουμε να φτιάξουμε κολόνια “Μυρτώ”.

Η “κολόνια” πέτυχε αλλά το άρωμα διαρκούσε λίγα λεπτά, παρόλα αυτά, η λεμονίτσα αυτή ακόμα ζει και βασιλεύει και φέτος μας πρόσφερε μπόλικα βιολογικά λεμόνια.

_

Όταν μεγαλώσαμε και αρχίσαμε να φλερτάρουμε, οι δύο μεγάλες ξαδέρφες σνόμπαραν το χωριό.

Πηγαίναμε με τη Γιάννα με λεωφορείο στο Χανδρά αφού σταυροκοπιόμασταν για να φτάσουμε σώες στον προορισμό μας με το λεωφορείο τύπου Βουγιουκλάκη “Νιάου βρε γατούλα” το οποίο ονομαζόταν “τάρταλο“.

Τα απογεύματά μας τα περνούσαμε στο γυμνάσιο μαζί με την αδελφική μου φιλενάδα Βικτωρία – μόνιμος κάτοικος Χανδρά και πρωταθλήτρια στην ομάδα στίβου Σητείας – κουβεντιάζοντας ποιος μας αρέσει και ποιος τα έχει με ποια.

Καμιά φορά πηγαίναμε βόλτα στα Πευκάκια, μία υπέροχη τοποθεσία λίγο πιο έξω από το χωριό που τα πεύκα στόλιζαν μια μικρή κάτασπρη εκκλησία και κουβεντιάζαμε ακριβώς τα ίδια πράγματα.

Οι γκομενοκουβέντες δεν είχαν τελειωμό.

Το Γυμνάσιο ήταν γεμάτο ζωή κάθε απόγευμα.

Ο Μηνάς, ο Μάνος, η Άννα, ο Γιώργης, ο Χριστόφορος, ο Μάνθος, οι “αμερικάνες”, ο Μιχάλης, ο Αργύρης, το Γιωργάκη, η Μαρινέλα, ο Νίκος, η Δέσποινα και εμείς οι τρεις με την Ασπασία χαχανίζαμε, παίζαμε τένις, βόλεϊ και χαζεύαμε τους γκόμενους για τους οποίους χτυπούσε δυνατά η καρδούλα μας.

Και να σου που η Γιάννα κι εγώ “τα φτιάξαμε” με τους εκλεκτούς της καρδιάς μας.

Και να σου βόλτες με τα ποδήλατα (τα αγόρια έκαναν πετάλι κι εμείς καθόμασταν κυρίες στη σέλα) και σαλιαρίσματα στο Γυμνάσιο και το σκάγαμε το βράδυ όταν ακούγαμε τον παππού να ροχαλίζει τα βράδια για να πάμε βόλτα με τους γκόμενους χεράκι – χεράκι.

Ω ναι, τα θυμάμαι όλα με τόση τρυφερότητα, μιας και το αγόρι εκείνου του καλοκαιρινού έρωτα έμεινε ως ο πρώτος μου έρωτας που συνεχίστηκε και για πολλά άλλα καλοκαίρια… περίπου δέκα!

_

Αλλά συνέχιζα να είμαι πειραχτήρι!

Αξέχαστη θα μου μείνει μία αταξία που είχα σχεδιάσει με τον ξάδερφο Χριστόφορο.

Η μικρή ξαδέρφη, σαλιάριζε με τον γκόμενο πίσω από το γυμνάσιο.

Σημείωση: πίσω από το γυμνάσιο γίνονταν τα “όργια”.

Είχα πει στον ξάδερφο να μαγνητοφωνήσουμε τα σαλιαρίσματα της ξαδέρφης με τον γκόμενο.

Στο κόλπο μπήκε και ο Μανώλης (μεγάλο πειραχτήρι και παλιά καψούρα της Βικτωρίας που ξεθύμανε μέσα σε μισό καλοκαίρι).

Ο Μανώλης ανέβηκε στην ταράτσα του γυμνασίου, εμείς κρυφτήκαμε πίσω από μία κατσίκα που έβοσκε μόνιμα πίσω από το Γυμνάσιο.

Βγάζουμε τα μικρόφωνα προσπαθώντας να μην σκάσουμε τα από γέλια.

Ο Μανώλης όμως δεν κρατιόταν.

Χασκογέλαγε, και η ξαδέρφη με τον γκόμενο τον πήρανε χαμπάρι.

“Cyberella κατέβα από εκεί, σε καταλάβαμε”! φώναξε προς τα πάνω η Γιάννα και αμέσως λυθήκαμε από τα γέλια που έκαναν την κατσίκα να την κοπανίσει από τον τρόμο της.

_

Το να το σκάμε τα βράδια από το σπίτι ακόμα και όταν είχαμε ενηλικιωθεί – επειδή ο παππούς μας απαγόρευε να βγαίνουμε από τι σπίτι μετά τις 10:00 – το είχαμε αναγάγει σε επιστήμη.

Όταν είχε αέρα, ήταν σίγουρο πως δεν θα μας άκουγαν οι γονείς ή ο παππούς που κοιμόταν ελαφριά.

Όταν όμως είχε άπνοια, ήταν δύσκολα τα πράγματα.

Βάζαμε ρούχα κάτω από τα σεντόνια μας ώστε να φαίνεται πως κάποιος κοιμάται, λαδώναμε την πίσω πόρτα για να μην τρίζει, βγάζαμε τα παπούτσια μας και προσέχαμε να μην πατήσουμε κανένα ξερό λουλούδι από τις πικροδάφνες που είναι φυτεμένες απέναντι από το σπίτι για να μην ξυπνήσει ο μπαμπάς και μετά… το μετά ποτέ δεν το σκέφτηκα.

Το σημείο ασφαλείας ήταν με το που στρίβαμε τη γωνία στην εκκλησία της Παναγίας, εκεί που παντρεύτηκα.

Σταυροκοπιόμασταν με το που φτάναμε στην Παναγία από τη χαρά μας!

Βγαίναμε στο δρόμο προς το διπλανό χωριό και κάναμε ώτο-στοπ μπας και μας πάρει κάποιος στην καρότσα του μέχρι το διπλανό χωριό.

Ανεβήκαμε, βάλαμε και το μαλλί μπροστά στη μούρη για να μην μας πάρει κανένα μάτι – το πρακτορείο Reuters όπως το λέγαμε – και τραβήξαμε για μία άθλια ταβέρνα στη Ζήρο που ήταν και η μοναδική σε ακτίνα 7 χιλιομέτρων.

Συναντιόμασταν με την υπόλοιπη παρέα – ένας θεός ξέρει τι σκαρφίστηκαν κι εκείνοι για να την κοπανίσουν – και το ρίχναμε στις πορτοκαλάδες, τις κοκακόλες και στα λαϊκά άσματα.

_

Όμως δεν ήμουν η μόνη με τις φαεινές ιδέες στην οικογένεια.

Ο ξάδερφος Χριστόφορος πέταξε ένα απόγευμα να κάνουμε μία βραδινή εκδρομή στο Καστρί – ένα βουνό που προβάλλει πίσω από το χωριό – για να δούμε την Αυγουστιάτικη πανσέληνο.

Αγοράσαμε γκοφρέτες και γαριδάκια – εκδρομή χωρίς φαΐ δεν γίνεται – τα βάλαμε στους σάκους μας, πήραμε και τους σουγιάδες μας, μπας και προβάλλει καμιά ζουρίδα (κουνάβι) και μας τρομάξει να είμαστε έτοιμοι να την τρομάξουμε εμείς – ναι καλά – και την κοπανίσαμε για να δούμε την πανσέληνο.

Τελικά δεν είδαμε τίποτα διότι το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από το βουνό κι εμείς μείναμε με τις γκοφρέτες και τα γαριδάκια στα χέρια.

_

Όταν πήρα το δίπλωμα και αυτοκίνητο, τα πράγματα άλλαξαν πολύ.

Από τον παππού θεωρήθηκε πως ήμουν ανεξάρτητη και με άφηνε μερικές φορές να γυρνώ ό,τι ώρα ήθελα σπίτι.

Μερικές φορές όμως…

Τις άλλες, έβαζα το αυτοκίνητο στο νεκρό για να μην ακούσει ο παππούς, το τσούλαγα μέχρι ένα σημείο και την κοπανούσα.

Έβαζα τη Βικτωρία, την Ασπασία και την Γιάννα και τραβάγαμε για το γήπεδο του Οροπεδιακού, της ομάδας του χωριού μας – Β’ Ερασιτεχνική – και έκανα μαθήματα οδήγησης στα κορίτσια.

Και οι κουζουλάδες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια στο χωριό.

Όποτε ερχόμασταν για διακοπές ήταν σαν να μην είχαμε φύγει ποτέ.

Μέχρι που η Βικτωρία παντρεύτηκε, έκανε και δύο πανέμορφα παιδάκια, μετά η Γιάννα, μετά εγώ και… “χαθήκαμε”.

Θυμάμαι κάποτε μου έλεγε η Βικτωρία: “φαντάζεσαι όταν μεγαλώσουμε να περπατάμε σε αυτό εδώ το δρόμο που είμαστε με τα κοπέλια μας στα καρότσια”;

Ποτέ όμως δεν το πραγματοποιήσαμε.

Θέλω να πιστεύω πως στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον, θα ξαναβρεθούμε με τα κοπέλια μας και θα πάμε τις βόλτες που κάναμε, θα θυμηθούμε τις νεανικές κουζουλάδες, τα γράμματα που έστελνε η μία στην άλλη το χειμώνα, τους όρκους αδερφικής φιλίας που δώσαμε πριν από αμέτρητα θαρρώ χρόνια, όταν κόψαμε τα δάχτυλά μας για να ενωθεί το αίμα μας.

Γι αυτό έρχομαι κάθε χρόνο στο χωριό, για τις θυμάμαι, εκείνες τις τρέλες με τις ξαδέρφες, τις ατελείωτες κουβέντες με τη Βικτωρία, τα σαλιαρίσματα με το αγόρι εκείνο που κάθε χρόνο ξαναβλέπω και τα μάτια του ακόμα λάμπουν όπως όταν ήμασταν 15, τις νυχτερινές κοπάνες από την πίσω πόρτα, τις βραδιές που μετά από την κοπάνα πηγαίναμε στα καφενεία και γινόμασταν ντέφι από τις ρακές…

Όλες αυτές οι αναμνήσεις, μαζεμένες, γλυκιές μοναδικές… στην Κρήτη μου, στον Χανδρά μου.

Υ.Γ.: Στην φωτογραφία είμαι στον κήπο της “δασκάλας” αγκαλιά με τα κουνέλια της πριν γίνουν στιφάδο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Απόδειξε ότι είσαι άνθρωπος *