Browsing Κρήτη

Οι άστεγοι έχουν όνομα

January19

Πότε γίνεται ένας άνθρωπος άστεγος;

Όταν χάνει το σπίτι του;

Όταν έχει μία πέτρα πάνω από το κεφάλι του και άλλες τέσσερις γύρω του αλλά δεν έχει θέρμανση, δεν έχει ηλεκτρικό, δεν έχει νερό;

Γιατί οι άστεγοι χάνουν το όνομά τους αφού γίνονται άστεγοι;

“Άστεγος ξεψύχησε σε παγκάκι…” γράφουν.

Χάνουν την ιδιότητά τους, την ύπαρξή τους, χάνουν το όνομά τους;

Το χάνουν ή τους το αρπάζουν;

Είναι ο Δημήτρης, ο Hasni, η Σοφία.

Πως παύουν αυτοί οι άνθρωποι;

Ή μάλλον ποιος έχει το δικαίωμα να τους παύει;

‘Εχω θυμώσει, έχω θυμώσει με τα μέσα ενημέρωσης, έχω θυμώσει με τον κόσμο που λέει “καλός ράφτης ήταν μέχρι να αποτρελαθεί”, έχω θυμώσει με την γαμημένη την κοινωνία που κουβαλάει ένα δήθεν αξιακό ανθρωποσύστημα αξιολόγησης.

Έχω θυμώσει με τον εαυτό μου, που ενώ τον έβλεπα κάθε χρόνο τον άνθρωπο, τον είχα πάρει ωτοστόπ κάνα δυο φορές, διότι κούτσαινε βλέπεις, του είχαν βγάλει οι χωριανοί και παρατσούκλι “Ο Κουτσοπαντελής”, δεν είχα κάνει τίποτα, ούτε στο ελάχιστο, ένα κάτι για να μην βρεθεί νεκρός σε αυτό το πέτρινο ντουβάρι.

Η ευθύνη όλη δικιά μας!

Δικιά μου και της κοινότητας των χωριανών που του έδιναν ένα πιάτο φαΐ και το καυχιούνται λες και τάιζαν σκύλο.

Οι άστεγοι έχουν όνομα και ο κύριος που πέθανε μόνος του σε εκείνο το ερείπιο λεγόταν Παντελής Ζερβάκης.

Παιδικές αναμνήσεις

September6

Οι διακοπές στην Κρήτη ξύπνησαν αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων.

Κάθε βράχος, κάθε σπίτι, κάθε στενό, κάθε γωνία και μία μικρή μοναδική ανάμνηση.

Θυμάμαι, οι γονείς μας, μας πήγαιναν για μπάνιο στο Μακρύ Γιαλό δίπλα από το ξενοδοχείο Sunwing.

Εκεί έκαναν το μπάνιο τους οι Χανδριανοί και ποτέ δεν είχε κόσμο.

Μας στοιβάζανε σε ένα αυτοκίνητο – τέσσερα κορίτσια, οι ξαδέρφες μου κι εγώ – και μας πήγαιναν στη θάλασσα από τις 10:00 το πρωί.
Όμως για να πάμε νωρίς έπρεπε να περιμένουμε τη Γιάννα – τη μικρή ξαδέρφη – να πιεί το γάλα της, τη Σοφία να κάνει τα τηλέφωνά της – η μεσαία – και την Άννα – η μεγάλη – να χαζολογήσει τα χόρτα που έφερε η γιαγιά μας για βράσιμο.

Για να φτάσουμε στην παραλία πρέπει κάθε φορά να κατέβουμε μία μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα.

Κάθε φορά η Γιάννα γκρεμιζόταν στα χώματα και μάτωνε τα πόδια της.

Εμείς εκνευριζόμασταν διότι η Γιάννα μας καθυστερούσε με τα ματωμένα της γόνατα και τα δήθεν κλάματα πόνου που τράβαγαν την προσοχή των γονιών μας.

Η παραλία ήταν – και είναι – μία τεράστια αμμουδιά με άμμο στη θάλασσα, πρασινο-μπλε νερά και μπόλικος χώρος για να παίξουμε “κορόιδο” με μία μπάλα του τένις.

Το κορόιδο ήταν πάντα ο πατέρας μου.

Όταν κολυμπούσα να πιάσω την μπάλα, θυμάμαι πως μου έπιανε το πόδι και με βούταγε στη θάλασσα.

Έπινα 5 λίτρα νερό και το κλάμα από τη δυσάρεστη κατάποση αλατόνερου δεν έπιανε ώστε να μου δώσουν οι γονείς την ίδια σημασία που έδιναν στη μικρή και αγαπημένη τους Γιάννα.

Φυσικά ποτέ δεν παίζαμε τη μικρή διότι πάντα γκρεμιζόταν και ρουφιάνευε: “Μαμάααα η Cyberella μου έβαλε τρικλοποδιά”, “μαμάαααα η Cyberella μου έκανε πατωτή”.

Η επιστροφή από τη θάλασσα ήταν άκρως εξευτελιστική.

Επειδή δεν ήταν δυνατό να πλυθούν στο σπίτι δύο ζευγάρια και 4 κορίτσια όλοι σε ένα μπάνιο, οι γονείς μας είχαν κάνει μία απίστευτη πατέντα.

Γέμιζαν από το χωριό και κουβαλούσαν στη θάλασσα, μπιτόνια με γλυκό νερό.

Αυτά στο πορτ μπαγκάζ ζεσταίνονταν και μας ξέπλεναν εκεί που είχαν παρκάρει τα αυτοκίνητά τους, εκεί στη στροφή του Sunwing που περνάνε όσοι θέλουν να πάνε από Ιεράπετρα στη Σητεία.

Γινόμασταν θέαμα, μας ξεβρακώνανε, και μας λούζανε, κοινή θέα.

Τα θυμάμαι όλα αυτά και γελώ

_

Σε ακόμα μικρότερη ηλικία, μαζευόμασταν τα πρωινά στο σπίτι της “δασκάλας“, κουβαλάγαμε τις κούκλες μας και την προίκα τους, βουτάγαμε τον κουβά της γιαγιάς, τον γεμίζαμε νερό και βαφτίζαμε τις κούκλες μας.

Κάθε μέρα, μία ξαδέρφη ήταν η τυχερή “μαμά” που βάφτιζε την κούκλα της.

Φυσικά είχαμε και “γλέντι″ μετά τα βαφτίσια.

Σερβίραμε στους καλεσμένους, δηλαδή μεταξύ μας, στα πλαστικά σετ τσάι – πιάτων (που μας είχαν πάρει οι μαμάδες μας για να παίζουμε τις νοικοκυρές, αλλά παίζαμε τελικά τις νονές) κεφτεδάκια φτιαγμένα από χώμα…

Θαρρώ πως τα τρώγαμε κιόλας(!)

Μετά τρώγαμε και ένα χέρι ξύλο από τους γονείς που λερώσαμε με λάσπες και χώματα τα καλά μας τα φορέματα (έπρεπε να φοράμε τα καλά μας στα βαφτίσια) και αλλάξαμε το μενού προσφέροντας γαριδάκια στους καλεσμένους.

_

Το ίδιο καλοκαίρι θυμάμαι ανακαλύψαμε τη λεμονιά που είχαμε δίπλα στο κοτέτσι μας.

Αυτή την κακομοίρα τη λεμονιά την είχαμε μαδήσει.

Είχαμε την φαεινή ιδέα ότι αν μαζέψουμε τα φύλλα της, τα βάλουμε σε νερό και τα μουλιάσουμε στον ήλιο θα μπορέσουμε να φτιάξουμε κολόνια “Μυρτώ”.

Η “κολόνια” πέτυχε αλλά το άρωμα διαρκούσε λίγα λεπτά, παρόλα αυτά, η λεμονίτσα αυτή ακόμα ζει και βασιλεύει και φέτος μας πρόσφερε μπόλικα βιολογικά λεμόνια.

_

Όταν μεγαλώσαμε και αρχίσαμε να φλερτάρουμε, οι δύο μεγάλες ξαδέρφες σνόμπαραν το χωριό.

Πηγαίναμε με τη Γιάννα με λεωφορείο στο Χανδρά αφού σταυροκοπιόμασταν για να φτάσουμε σώες στον προορισμό μας με το λεωφορείο τύπου Βουγιουκλάκη “Νιάου βρε γατούλα” το οποίο ονομαζόταν “τάρταλο“.

Τα απογεύματά μας τα περνούσαμε στο γυμνάσιο μαζί με την αδελφική μου φιλενάδα Βικτωρία – μόνιμος κάτοικος Χανδρά και πρωταθλήτρια στην ομάδα στίβου Σητείας – κουβεντιάζοντας ποιος μας αρέσει και ποιος τα έχει με ποια.

Καμιά φορά πηγαίναμε βόλτα στα Πευκάκια, μία υπέροχη τοποθεσία λίγο πιο έξω από το χωριό που τα πεύκα στόλιζαν μια μικρή κάτασπρη εκκλησία και κουβεντιάζαμε ακριβώς τα ίδια πράγματα.

Οι γκομενοκουβέντες δεν είχαν τελειωμό.

Το Γυμνάσιο ήταν γεμάτο ζωή κάθε απόγευμα.

Ο Μηνάς, ο Μάνος, η Άννα, ο Γιώργης, ο Χριστόφορος, ο Μάνθος, οι “αμερικάνες”, ο Μιχάλης, ο Αργύρης, το Γιωργάκη, η Μαρινέλα, ο Νίκος, η Δέσποινα και εμείς οι τρεις με την Ασπασία χαχανίζαμε, παίζαμε τένις, βόλεϊ και χαζεύαμε τους γκόμενους για τους οποίους χτυπούσε δυνατά η καρδούλα μας.

Και να σου που η Γιάννα κι εγώ “τα φτιάξαμε” με τους εκλεκτούς της καρδιάς μας.

Και να σου βόλτες με τα ποδήλατα (τα αγόρια έκαναν πετάλι κι εμείς καθόμασταν κυρίες στη σέλα) και σαλιαρίσματα στο Γυμνάσιο και το σκάγαμε το βράδυ όταν ακούγαμε τον παππού να ροχαλίζει τα βράδια για να πάμε βόλτα με τους γκόμενους χεράκι – χεράκι.

Ω ναι, τα θυμάμαι όλα με τόση τρυφερότητα, μιας και το αγόρι εκείνου του καλοκαιρινού έρωτα έμεινε ως ο πρώτος μου έρωτας που συνεχίστηκε και για πολλά άλλα καλοκαίρια… περίπου δέκα!

_

Αλλά συνέχιζα να είμαι πειραχτήρι!

Αξέχαστη θα μου μείνει μία αταξία που είχα σχεδιάσει με τον ξάδερφο Χριστόφορο.

Η μικρή ξαδέρφη, σαλιάριζε με τον γκόμενο πίσω από το γυμνάσιο.

Σημείωση: πίσω από το γυμνάσιο γίνονταν τα “όργια”.

Είχα πει στον ξάδερφο να μαγνητοφωνήσουμε τα σαλιαρίσματα της ξαδέρφης με τον γκόμενο.

Στο κόλπο μπήκε και ο Μανώλης (μεγάλο πειραχτήρι και παλιά καψούρα της Βικτωρίας που ξεθύμανε μέσα σε μισό καλοκαίρι).

Ο Μανώλης ανέβηκε στην ταράτσα του γυμνασίου, εμείς κρυφτήκαμε πίσω από μία κατσίκα που έβοσκε μόνιμα πίσω από το Γυμνάσιο.

Βγάζουμε τα μικρόφωνα προσπαθώντας να μην σκάσουμε τα από γέλια.

Ο Μανώλης όμως δεν κρατιόταν.

Χασκογέλαγε, και η ξαδέρφη με τον γκόμενο τον πήρανε χαμπάρι.

“Cyberella κατέβα από εκεί, σε καταλάβαμε”! φώναξε προς τα πάνω η Γιάννα και αμέσως λυθήκαμε από τα γέλια που έκαναν την κατσίκα να την κοπανίσει από τον τρόμο της.

_

Το να το σκάμε τα βράδια από το σπίτι ακόμα και όταν είχαμε ενηλικιωθεί – επειδή ο παππούς μας απαγόρευε να βγαίνουμε από τι σπίτι μετά τις 10:00 – το είχαμε αναγάγει σε επιστήμη.

Όταν είχε αέρα, ήταν σίγουρο πως δεν θα μας άκουγαν οι γονείς ή ο παππούς που κοιμόταν ελαφριά.

Όταν όμως είχε άπνοια, ήταν δύσκολα τα πράγματα.

Βάζαμε ρούχα κάτω από τα σεντόνια μας ώστε να φαίνεται πως κάποιος κοιμάται, λαδώναμε την πίσω πόρτα για να μην τρίζει, βγάζαμε τα παπούτσια μας και προσέχαμε να μην πατήσουμε κανένα ξερό λουλούδι από τις πικροδάφνες που είναι φυτεμένες απέναντι από το σπίτι για να μην ξυπνήσει ο μπαμπάς και μετά… το μετά ποτέ δεν το σκέφτηκα.

Το σημείο ασφαλείας ήταν με το που στρίβαμε τη γωνία στην εκκλησία της Παναγίας, εκεί που παντρεύτηκα.

Σταυροκοπιόμασταν με το που φτάναμε στην Παναγία από τη χαρά μας!

Βγαίναμε στο δρόμο προς το διπλανό χωριό και κάναμε ώτο-στοπ μπας και μας πάρει κάποιος στην καρότσα του μέχρι το διπλανό χωριό.

Ανεβήκαμε, βάλαμε και το μαλλί μπροστά στη μούρη για να μην μας πάρει κανένα μάτι – το πρακτορείο Reuters όπως το λέγαμε – και τραβήξαμε για μία άθλια ταβέρνα στη Ζήρο που ήταν και η μοναδική σε ακτίνα 7 χιλιομέτρων.

Συναντιόμασταν με την υπόλοιπη παρέα – ένας θεός ξέρει τι σκαρφίστηκαν κι εκείνοι για να την κοπανίσουν – και το ρίχναμε στις πορτοκαλάδες, τις κοκακόλες και στα λαϊκά άσματα.

_

Όμως δεν ήμουν η μόνη με τις φαεινές ιδέες στην οικογένεια.

Ο ξάδερφος Χριστόφορος πέταξε ένα απόγευμα να κάνουμε μία βραδινή εκδρομή στο Καστρί – ένα βουνό που προβάλλει πίσω από το χωριό – για να δούμε την Αυγουστιάτικη πανσέληνο.

Αγοράσαμε γκοφρέτες και γαριδάκια – εκδρομή χωρίς φαΐ δεν γίνεται – τα βάλαμε στους σάκους μας, πήραμε και τους σουγιάδες μας, μπας και προβάλλει καμιά ζουρίδα (κουνάβι) και μας τρομάξει να είμαστε έτοιμοι να την τρομάξουμε εμείς – ναι καλά – και την κοπανίσαμε για να δούμε την πανσέληνο.

Τελικά δεν είδαμε τίποτα διότι το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από το βουνό κι εμείς μείναμε με τις γκοφρέτες και τα γαριδάκια στα χέρια.

_

Όταν πήρα το δίπλωμα και αυτοκίνητο, τα πράγματα άλλαξαν πολύ.

Από τον παππού θεωρήθηκε πως ήμουν ανεξάρτητη και με άφηνε μερικές φορές να γυρνώ ό,τι ώρα ήθελα σπίτι.

Μερικές φορές όμως…

Τις άλλες, έβαζα το αυτοκίνητο στο νεκρό για να μην ακούσει ο παππούς, το τσούλαγα μέχρι ένα σημείο και την κοπανούσα.

Έβαζα τη Βικτωρία, την Ασπασία και την Γιάννα και τραβάγαμε για το γήπεδο του Οροπεδιακού, της ομάδας του χωριού μας – Β’ Ερασιτεχνική – και έκανα μαθήματα οδήγησης στα κορίτσια.

Και οι κουζουλάδες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια στο χωριό.

Όποτε ερχόμασταν για διακοπές ήταν σαν να μην είχαμε φύγει ποτέ.

Μέχρι που η Βικτωρία παντρεύτηκε, έκανε και δύο πανέμορφα παιδάκια, μετά η Γιάννα, μετά εγώ και… “χαθήκαμε”.

Θυμάμαι κάποτε μου έλεγε η Βικτωρία: “φαντάζεσαι όταν μεγαλώσουμε να περπατάμε σε αυτό εδώ το δρόμο που είμαστε με τα κοπέλια μας στα καρότσια”;

Ποτέ όμως δεν το πραγματοποιήσαμε.

Θέλω να πιστεύω πως στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον, θα ξαναβρεθούμε με τα κοπέλια μας και θα πάμε τις βόλτες που κάναμε, θα θυμηθούμε τις νεανικές κουζουλάδες, τα γράμματα που έστελνε η μία στην άλλη το χειμώνα, τους όρκους αδερφικής φιλίας που δώσαμε πριν από αμέτρητα θαρρώ χρόνια, όταν κόψαμε τα δάχτυλά μας για να ενωθεί το αίμα μας.

Γι αυτό έρχομαι κάθε χρόνο στο χωριό, για τις θυμάμαι, εκείνες τις τρέλες με τις ξαδέρφες, τις ατελείωτες κουβέντες με τη Βικτωρία, τα σαλιαρίσματα με το αγόρι εκείνο που κάθε χρόνο ξαναβλέπω και τα μάτια του ακόμα λάμπουν όπως όταν ήμασταν 15, τις νυχτερινές κοπάνες από την πίσω πόρτα, τις βραδιές που μετά από την κοπάνα πηγαίναμε στα καφενεία και γινόμασταν ντέφι από τις ρακές…

Όλες αυτές οι αναμνήσεις, μαζεμένες, γλυκιές μοναδικές… στην Κρήτη μου, στον Χανδρά μου.

Υ.Γ.: Στην φωτογραφία είμαι στον κήπο της “δασκάλας” αγκαλιά με τα κουνέλια της πριν γίνουν στιφάδο.

Μήνυση και διαμαρτυρία για την κακοποίηση του πιτ μπουλ

September14

pit

Πριν από λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου η είδηση από “Το Αδέσποτο” που αφορά την κακοποίηση ενός πιτ μπουλ από το αφεντικό του. Ο Κρητικός νεαρός πήρε με θράσος αιχμηρό αντικείμενο και του έκοψε τα αυτιά.

Εξοργισμένοι οι φιλοζωϊκοί σύλογοι οργανώνουν διαμαρτυρία έξω από το Δημαρχείο στην οδό Αθηνάς στις 17 Σεπτεμβρίου 2009, 19:00 και στις 20:00 μηνύσεις με την αστυνομική ταυτότητα και εκτυπώσεις από το άρθρο ή άλλα άρθρα με εικόνες που αφορούν την κακοποίηση του σκύλου στο αστυνομικό τμήμα Ομόνοιας.

Οι κάτοικοι εκτός Αθήνας μπορούν να ξεκινήσουν τις μηνύσεις στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς τους από τις 20:00.

Ελπίζω να σας δω όλους εκεί.

Διαδρομές: Καλοκαίρι στον τόπο μου

August27
Για άλλη μία φορά επέστρεψα το καλοκαίρι στις ρίζες μου. Εμείς οι Κρήτες αγαπάμε περισσότερο τον τόπο μας παρά το νησί μας. Οι περισσότεροι Κρήτες που συναντώ στην Αθήνα έχουν καταγωγή από Χανιά, Ρέθυμνο ή Ηράκλειο.
Εμείς οι Σητειακοί είμαστε δυσεύρετοι στις μεγαλουπόλεις διότι την επαρχία Σητείας είναι πολύ δύσκολο να την εγκαταλείψεις.
Ο τόπος είναι ευλογημένος παρότι η Σητεία δεν έχει την πλούσια βλάστηση του Ρεθύμνου. Το τοπίο είναι ξερό γεμάτους θάμνους, ρίγανη, φασκόμηλο, θυμάρι και γαϊδουροαχιμάδες.
Το Σητειακό μέλι είναι διάσημο για την ποιότητά του, όμως τα πρωτεία κατέχει το λάδι. Το Σητειακό συνεταιριστικό λάδι ανακηρύχτηκε και φέτος το καλύτερο λάδι του κόσμου. Το λίτρο κοστίζει περίπου 1,5 ευρώ.
Η πόλη της Σητείας δεν έχει την πολιτισμική ανάπτυξη άλλων Κρητικών πόλεων. Αξίζει όμως μία βόλτα στην Καζάρμα ειδικά τον Ιούλιο που η Σητεία οργανώνει την εκδήλωση «Κορνάρια» (τιμώντας τον Βιντσέτζο Κορνάρο) με συναυλίες στο κάστρο και βαρκαρόλα στο λιμανάκι.
Όποτε πάω στην πόλη, περνάω από το ζαχαροπλαστείο του Καλαμπόκη στην πλατεία και αγοράζω τα διάσημα τρουφάκια με αμυγδαλόψιχα. Μπαίνω στα στενά και παίρνω ένα κιλό καλιτσούνια (ανάμικτα, ανεβατά και λυχναράκι) και ένα κιλό ξεροτήγανα από την Αρετούσα για τους γλυκατζίδες της οικογένειας. Για κόκορα κρασάτο και κουνέλι ξιδάτο πάω στον φίλο μου τον Σταύρο στην ταβέρνα «Συμπόσιο» στην παραλία. Ο Σταύρος έχει δικά του ζώα στο χωριό του (Έξω Μουλιανά) και δικά του βιολογικά ζαρζαβατικά καθώς και δικό του κρασί και ρακή.
Για ομαθιές, νεράτες με μέλι και μυζηθροπιτάκια πάμε στον Ίτανο που είναι κοντά στην πλατεία με θέα πάντα τη θάλασσα.
Το Κρητικό πέλαγος δεν ενδείκνυται για βουτιές. Είναι πάντα σχεδόν ταραγμένο και φέρνει στις ακτές του το σκουπίδι του Αιγαίου.
Η θάλασσα του Λυβικού δεν έχει το σκούρο μπλε του Αιγαίου. Το θαλασσί, τυρκουάζ και λαδί κυριαρχεί. Η θάλασσα είναι ιδανική για κολύμπι ειδικά στα Αυγουστιάτικα μελτέμια.
Οι Σητειακοί κάνουν το μπάνιο τους στην Ερμούπολη που βρίσκεται στο βορειοανατολικότερο άκρο της Κρήτης. Τυρκουάζ νερά και λευκό βότσαλο περιμένουν τον αναβάτη που παρκάρει το αυτοκίνητό του στην Αρχαία Ίτανο και τραβάει αριστερά στην παραλία. Από την δεξιά μεριά βρίσκεται το μοναδικό φυσικό φοινικόδασος στην Ευρώπη, το Βάι. Η παραλία δυστυχώς είναι γεμάτη ξαπλώστρες και κόσμο. Αξίζει τον κόπο μία ανάβαση στο παρατηρητήριο όπου φαίνεται το φοινικόδασος σε όλη του την έκταση. Δεξιά από το Βάι, κατεβαίνοντας τα βράχια, υπάρχει μία πλατιά πανέμορφη παραλία γυμνιστών με βότσαλο. Κατά το απόγευμα εμφανίζονται αγριοκάτσικα στα βράχια για να βοσκίσουν.
Στο Λυβικό πέλαγος πάνε όσοι κατοικούν στην «κάτω-μερά» του νησιού διότι οι αποστάσεις από Λιβυκό σε Κρητικό πέλαγος είναι μεγάλες. Η παραλία της Ιεράπετρας στο νομό δεν ενδείκνυται για μπάνιο μιας και είναι γεμάτη με πλάκες και βράχια. Στον παραθαλάσσιο οικισμό Μακρύς Γιαλός επιβάλλεται βουτιά και καφέ στο μπαρ της Ελένης Πετρουλάκη ή στο Μέλυδρον για βάφλες με παγωτό.
Τραβώντας ανατολικά προς τη Μονή Καψά, τα βράχια κρύβουν δεκάδες άγριες παραλίες με αποκορύφωμα το Αμμούδι (η παραλία που κάνω μπάνιο εδώ και 30 χρόνια). Το λιμανάκι αυτό αρχικά ήταν αποκλειστικά για γυμνιστές, μέχρι που το μαγάρισε ο «πολιτισμός» και το γέμισε με ορδές τουριστών και οικογενειών. Το χρώμα των νερών του είναι μοναδικό χάρη στη λευκή του άμμο και τα ανοιχτόχρωμα βράχια που το προστατεύουν. Επιβάλλεται ομπρέλα εκεί διότι δεν υπάρχει αρμυρίκι ούτε για δείγμα.
Οι άγριες παραλίες της ανατολής φτάνουν μέχρι την περιοχή Γούδουρας, μια μεγάλη έκταση από θερμοκήπια. Ο σχεδόν μόνιμα δυνατός αέρας καθιστά το μπάνιο στη θάλασσα αδύνατο.
Προσπερνώντας το Μακρύ Γιαλό, στο δρόμο για Σητεία, το χωριουδάκι Λιθίνες απλώνεται στους πρόποδες του Οροπεδίου Χανδρά (το χωριό μου). Ακολουθείτε τις ταμπέλες προς Χανδρά – Αρμένοι – Ζήρος και αρχίζει η ανάβαση. Τα γεράκια μέχρι αργά το απόγευμα κάνουν βόλτες στην περιοχή για να βρουν τροφή ενώ απλώνονται πεζούλες με λιόφυτα και αμπέλια από σουλτανί και μαύρο σταφύλι. Τρία χιλιόμετρα πριν τον Χανδρά ο αρχαίος οικισμός Ετιά εμφανίζεται στη μοναδική (σχεδόν) ευθεία που έχει ο δρόμος. Ο οικισμός είναι διαπολιτισμικός. Περιέχει δύο Βυζαντινές εκκλησίες, κάποιες Ενετικές κατοικίες και μία πανέμορφη και καλοδιατηρημένη Μινωική έπαυλη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών λένε πως «φαντάζει» (έχει φαντάσματα) στην Ετιά. Ένας Αρμενιώτης έχτισε εκεί φέτος με την επίβλεψη της Αρχαιολογικής υπηρεσίας μία πετρόχτιστη ταβέρνα στο χρώμα της πέτρας που κατασκευάζανε παλιά τα σπίτια στην περιοχή. Ανέδειξε τη Μινωική έπαυλη φωτίζοντάς την κάθε βράδυ. Η ταβέρνα έχει νόστιμους μεζέδες και καλή ρακή.
Ο Χανδράς φαίνεται πολύ πριν εμφανιστεί η ταμπέλα του. Οι παλιοί σιδερένιοι μύλοι που τραβούσαν κάποτε το πηγαδίσιο νερό για τα κηπούλια τους καλωσορίζουν επισκέπτες και ντόπιους.
Το χωριό ήταν κάποτε αγροτική πρωτεύουσα. Ανήκει στον Δήμο Λεύκης προς τιμή του μικρού νησιού Κουφονήσι που βρίσκεται στο νοτιανατολικότερο άκρο της Κρήτης, γνωστό ως κέντρο ρωμαϊκής πορφύρας (αξίζει τον κόπο η μονοήμερη εκδρομή με το καραβάκι του Μακρύ Γιαλού). Ο Χανδράς παρέχει τον παραδοσιακό ξενώνα, το λαογραφικό μουσείο με δωρεές από κατοίκους του χωριού, δύο καφενεία που τα καλοκαίρια σφύζουν από κόσμο, ένα τούρκικο χαμάμ χωμένο στα σοκάκια και το επιβλητικό βουνό Καστρί.
Το καφενείο της Ιωάννας προσφέρει άφθονη ρακή, χοχλιούς με χόντρο, ομαθιές, μυζηθρόπιτες με μέλι, λαχανοπίτια και μερικές φορές κατσίκα οφτή, κουνέλι κοκκινιστό και ντολμάδες με αμπελόφυλλα. Όλες οι πρώτες ύλες για τα φαγητά προέρχονται από το οροπέδιο (ακόμα και το μέλι).
Του Αγίου Παντελεήμονα, το χωριό κάνει πανηγύρι με Κρητικά φαγητά και ήχους λύρας και λαγούτου. Το βράδυ επιβάλλεται πουλοβεράκι, κλειστό παπούτσι και μακρύ παντελόνι. Το κρύο είναι πολύ δυνατό το καλοκαίρι στον Χανδρά που βρίσκεται στα 800 μέτρα υψόμετρο, εκτός και αν έχει καύσωνα στη Σητεία. Η ρακή ζεσταίνει και βοηθά πολύ στις βραδινές εξορμήσεις στο χωριό.
Το βουνό Καστρί έχει δύο σημεία ανάβασης. Από τον Κατελιώνα (μετόχι με αμπέλια) η ανάβαση είναι βατή. Από την δεξιά μεριά τα βράχια είναι απόκρημνα και επικίνδυνα. Παρόλα αυτά από την επικίνδυνη μεριά η ανάβαση έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Στους πρόποδες του βουνού η Ενετική βρύση Βόιλα, το Βυζαντινό εκκλησάκι του Άι Γιώργη, τα Ενετικά κτίσματα και ο τάφος ενός μέλους της οικογένειας Σολωμού κάνουν τον αγριότοπο διαπολιτισμικό σημείο ενδιαφέροντος. Δεξιά το βουνό και αριστερά απλώνονται μεγαλοπρεπώς τα αμπέλια του χωριού. Στην κορυφή του Καστριού, μαζεύεται το πιο μυρωδάτο φασκόμηλο που χρησιμοποιείται για τον κοιλόπονο, τον πυρετό και την αποθήκευση πατάτας.
Η βρύση της Βόιλα στα νεανικά μας χρόνια, ήταν σημείο συνάντησης με τους φίλους μας τα βράδια, όταν την κοπανάγαμε κρυφά από το σπίτι του παππού μας. Εκεί ανθίσανε τα περισσότερα παιδικά μας φλερτ, κάναμε φεγγαροβραδιές με τις αλητοπαρέες μας και παίζαμε χαρτιά με τις φιλενάδες μας.
Στο δρόμο για την Βόιλα το μικρό εκκλησάκι μέσα στα κυπαρίσσια – τα Πευκάκια – έργο του τότε προέδρου του χωριού Φειδία Βαρδάκη (φίλο του παππού μου), ήταν το σημείο συνάντησης της αλητοπαρέας μακριά από τα βλέμματα των κουτσομπόληδων χωριανών.
Το βράδυ ακούγεται ο απόκοσμος ήχος των ανεμογεννητριών της Αιολικού πάρκου Αίολος. Η θέα από το πάρκο είναι εντυπωσιακή. Το οροπέδιο και στο βάθος δεξιά η Σητεία και το Κρητικό πέλαγος.
Η επαρχία Σητείας δεν έχει τον τουρισμό του Ρεθύμνου και των Χανίων. Αξιόλογα σημεία ενδιαφέροντος είναι το Μοναστήρι του Τοπλού στον δρόμο Βάι, οι παραλίες γυμνιστών με τα λευκά κρινάκια στον αγιότοπο του Ξερόκαμπου στην ανατολική Κρήτη, η ταβέρνα δίπλα στο ποτάμι στους Τουρτούλους στο δρόμο από Μακρύ Γιαλό προς Σητεία, η Κάτω Ζάκρος το απογευματάκι μετά το φαγητό στον Σταύρο, το πανηγύρι του Αφέντη Χριστού στο χωριό Ρούσα Εκκλησιά κάτω από έναν γιγάντιο πλάτανο, το Παλαίκαστρο δίπλα στη Σητεία για ρακοποσίες και το πανέμορφο ορεινό χωριουδάκι Σίτανος στο πανηγύρι του 15Αύγουστου που σερβίρει κατσίκα οφτή από ξυλόφουρνο.
Οι διαδρομές είναι μεγάλες και κουραστικές, γεμάτες στροφές και οι ντόπιοι επικίνδυνοι στην οδήγηση. Όμως τα τοπία και η άγρια ομορφιά του τόπου μου, αποζημιώνει τον επισκέπτη.
Σας περιμένω του χρόνου για ρακές στον Χανδρά  

chandras

Για άλλη μία φορά επέστρεψα το καλοκαίρι στις ρίζες μου. Εμείς οι Κρήτες αγαπάμε περισσότερο τον τόπο μας παρά το νησί μας. Οι περισσότεροι Κρήτες που συναντώ στην Αθήνα έχουν καταγωγή από Χανιά, Ρέθυμνο ή Ηράκλειο.

Εμείς οι Σητειακοί είμαστε δυσεύρετοι στις μεγαλουπόλεις διότι την επαρχία Σητείας είναι πολύ δύσκολο να την εγκαταλείψεις.

Ο τόπος είναι ευλογημένος παρότι η Σητεία δεν έχει την πλούσια βλάστηση του Ρεθύμνου. Το τοπίο είναι ξερό γεμάτους θάμνους, ρίγανη, φασκόμηλο, θυμάρι και γαϊδουροαχιμάδες.

Το Σητειακό μέλι είναι διάσημο για την ποιότητά του, όμως τα πρωτεία κατέχει το λάδι. Το Σητειακό συνεταιριστικό λάδι ανακηρύχτηκε και φέτος το καλύτερο λάδι του κόσμου. Το λίτρο κοστίζει περίπου 1,5 ευρώ.

Η πόλη της Σητείας δεν έχει την πολιτισμική ανάπτυξη άλλων Κρητικών πόλεων. Αξίζει όμως μία βόλτα στην Καζάρμα ειδικά τον Ιούλιο που η Σητεία οργανώνει την εκδήλωση «Κορνάρια» (τιμώντας τον Βιντσέτζο Κορνάρο) με συναυλίες στο κάστρο και βαρκαρόλα στο λιμανάκι.

Όποτε πάω στην πόλη, περνάω από το ζαχαροπλαστείο του Καλαμπόκη στην πλατεία και αγοράζω τα διάσημα τρουφάκια με αμυγδαλόψιχα. Μπαίνω στα στενά και παίρνω ένα κιλό καλιτσούνια (ανάμικτα, ανεβατά και λυχναράκι) και ένα κιλό ξεροτήγανα από την Αρετούσα για τους γλυκατζίδες της οικογένειας. Για κόκορα κρασάτο και κουνέλι ξιδάτο πάω στον φίλο μου τον Σταύρο στην ταβέρνα «Συμπόσιο» στην παραλία. Ο Σταύρος έχει δικά του ζώα στο χωριό του (Έξω Μουλιανά) και δικά του βιολογικά ζαρζαβατικά καθώς και δικό του κρασί και ρακή.

Για ομαθιές, νεράτες με μέλι και μυζηθροπιτάκια πάμε στον Ίτανο που είναι κοντά στην πλατεία με θέα πάντα τη θάλασσα.

Το Κρητικό πέλαγος δεν ενδείκνυται για βουτιές. Είναι πάντα σχεδόν ταραγμένο και φέρνει στις ακτές του το σκουπίδι του Αιγαίου.

Η θάλασσα του Λυβικού δεν έχει το σκούρο μπλε του Αιγαίου. Το θαλασσί, τυρκουάζ και λαδί κυριαρχεί. Η θάλασσα είναι ιδανική για κολύμπι ειδικά στα Αυγουστιάτικα μελτέμια.

Οι Σητειακοί κάνουν το μπάνιο τους στην Ερμούπολη που βρίσκεται στο βορειοανατολικότερο άκρο της Κρήτης. Τυρκουάζ νερά και λευκό βότσαλο περιμένουν τον αναβάτη που παρκάρει το αυτοκίνητό του στην Αρχαία Ίτανο και τραβάει αριστερά στην παραλία. Από την δεξιά μεριά βρίσκεται το μοναδικό φυσικό φοινικόδασος στην Ευρώπη, το Βάι. Η παραλία δυστυχώς είναι γεμάτη ξαπλώστρες και κόσμο. Αξίζει τον κόπο μία ανάβαση στο παρατηρητήριο όπου φαίνεται το φοινικόδασος σε όλη του την έκταση. Δεξιά από το Βάι, κατεβαίνοντας τα βράχια, υπάρχει μία πλατιά πανέμορφη παραλία γυμνιστών με βότσαλο. Κατά το απόγευμα εμφανίζονται αγριοκάτσικα στα βράχια για να βοσκίσουν.

Στο Λυβικό πέλαγος πάνε όσοι κατοικούν στην «κάτω-μερά» του νησιού διότι οι αποστάσεις από Λιβυκό σε Κρητικό πέλαγος είναι μεγάλες. Η παραλία της Ιεράπετρας στο νομό δεν ενδείκνυται για μπάνιο μιας και είναι γεμάτη με πλάκες και βράχια. Στον παραθαλάσσιο οικισμό Μακρύς Γιαλός επιβάλλεται βουτιά και καφέ στο μπαρ της Ελένης Πετρουλάκη ή στο Μέλυδρον για βάφλες με παγωτό.

crete

Τραβώντας ανατολικά προς τη Μονή Καψά, τα βράχια κρύβουν δεκάδες άγριες παραλίες με αποκορύφωμα το Αμμούδι (η παραλία που κάνω μπάνιο εδώ και 30 χρόνια). Το λιμανάκι αυτό αρχικά ήταν αποκλειστικά για γυμνιστές, μέχρι που το μαγάρισε ο «πολιτισμός» και το γέμισε με ορδές τουριστών και οικογενειών. Το χρώμα των νερών του είναι μοναδικό χάρη στη λευκή του άμμο και τα ανοιχτόχρωμα βράχια που το προστατεύουν. Επιβάλλεται ομπρέλα εκεί διότι δεν υπάρχει αρμυρίκι ούτε για δείγμα.

Οι άγριες παραλίες της ανατολής φτάνουν μέχρι την περιοχή Γούδουρας, μια μεγάλη έκταση από θερμοκήπια. Ο σχεδόν μόνιμα δυνατός αέρας καθιστά το μπάνιο στη θάλασσα αδύνατο.

Προσπερνώντας το Μακρύ Γιαλό, στο δρόμο για Σητεία, το χωριουδάκι Λιθίνες απλώνεται στους πρόποδες του Οροπεδίου Χανδρά (το χωριό μου). Ακολουθείτε τις ταμπέλες προς Χανδρά – Αρμένοι – Ζήρος και αρχίζει η ανάβαση. Τα γεράκια μέχρι αργά το απόγευμα κάνουν βόλτες στην περιοχή για να βρουν τροφή ενώ απλώνονται πεζούλες με λιόφυτα και αμπέλια από σουλτανί και μαύρο σταφύλι. Τρία χιλιόμετρα πριν τον Χανδρά ο αρχαίος οικισμός Ετιά εμφανίζεται στη μοναδική (σχεδόν) ευθεία που έχει ο δρόμος. Ο οικισμός είναι διαπολιτισμικός. Περιέχει δύο Βυζαντινές εκκλησίες, κάποιες Ενετικές κατοικίες και μία πανέμορφη και καλοδιατηρημένη Μινωική έπαυλη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών λένε πως «φαντάζει» (έχει φαντάσματα) στην Ετιά. Ένας Αρμενιώτης έχτισε εκεί φέτος με την επίβλεψη της Αρχαιολογικής υπηρεσίας μία πετρόχτιστη ταβέρνα στο χρώμα της πέτρας που κατασκευάζανε παλιά τα σπίτια στην περιοχή. Ανέδειξε τη Μινωική έπαυλη φωτίζοντάς την κάθε βράδυ. Η ταβέρνα έχει νόστιμους μεζέδες και καλή ρακή.

Ο Χανδράς φαίνεται πολύ πριν εμφανιστεί η ταμπέλα του. Οι παλιοί σιδερένιοι μύλοι που τραβούσαν κάποτε το πηγαδίσιο νερό για τα κηπούλια τους καλωσορίζουν επισκέπτες και ντόπιους.

Το χωριό ήταν κάποτε αγροτική πρωτεύουσα. Ανήκει στον Δήμο Λεύκης προς τιμή του μικρού νησιού Κουφονήσι που βρίσκεται στο νοτιανατολικότερο άκρο της Κρήτης, γνωστό ως κέντρο ρωμαϊκής πορφύρας (αξίζει τον κόπο η μονοήμερη εκδρομή με το καραβάκι του Μακρύ Γιαλού). Ο Χανδράς παρέχει τον παραδοσιακό ξενώνα, το λαογραφικό μουσείο με δωρεές από κατοίκους του χωριού, δύο καφενεία που τα καλοκαίρια σφύζουν από κόσμο, ένα τούρκικο χαμάμ χωμένο στα σοκάκια και το επιβλητικό βουνό Καστρί.

Το καφενείο της Ιωάννας προσφέρει άφθονη ρακή, χοχλιούς με χόντρο, ομαθιές, μυζηθρόπιτες με μέλι, λαχανοπίτια και μερικές φορές κατσίκα οφτή, κουνέλι κοκκινιστό και ντολμάδες με αμπελόφυλλα. Όλες οι πρώτες ύλες για τα φαγητά προέρχονται από το οροπέδιο (ακόμα και το μέλι).

Του Αγίου Παντελεήμονα, το χωριό κάνει πανηγύρι με Κρητικά φαγητά και ήχους λύρας και λαγούτου. Το βράδυ επιβάλλεται πουλοβεράκι, κλειστό παπούτσι και μακρύ παντελόνι. Το κρύο είναι πολύ δυνατό το καλοκαίρι στον Χανδρά που βρίσκεται στα 800 μέτρα υψόμετρο, εκτός και αν έχει καύσωνα στη Σητεία. Η ρακή ζεσταίνει και βοηθά πολύ στις βραδινές εξορμήσεις στο χωριό.

Το βουνό Καστρί έχει δύο σημεία ανάβασης. Από τον Κατελιώνα (μετόχι με αμπέλια) η ανάβαση είναι βατή. Από την δεξιά μεριά τα βράχια είναι απόκρημνα και επικίνδυνα. Παρόλα αυτά από την επικίνδυνη μεριά η ανάβαση έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Στους πρόποδες του βουνού η Ενετική βρύση Βόιλα, το Βυζαντινό εκκλησάκι του Άι Γιώργη, τα Ενετικά κτίσματα και ο τάφος ενός μέλους της οικογένειας Σολωμού κάνουν τον αγριότοπο διαπολιτισμικό σημείο ενδιαφέροντος. Δεξιά το βουνό και αριστερά απλώνονται μεγαλοπρεπώς τα αμπέλια του χωριού. Στην κορυφή του Καστριού, μαζεύεται το πιο μυρωδάτο φασκόμηλο που χρησιμοποιείται για τον κοιλόπονο, τον πυρετό και την αποθήκευση πατάτας.

Η βρύση της Βόιλα στα νεανικά μας χρόνια, ήταν σημείο συνάντησης με τους φίλους μας τα βράδια, όταν την κοπανάγαμε κρυφά από το σπίτι του παππού μας. Εκεί ανθίσανε τα περισσότερα παιδικά μας φλερτ, κάναμε φεγγαροβραδιές με τις αλητοπαρέες μας και παίζαμε χαρτιά με τις φιλενάδες μας.

Στο δρόμο για την Βόιλα το μικρό εκκλησάκι μέσα στα κυπαρίσσια – τα Πευκάκια – έργο του τότε προέδρου του χωριού Φειδία Βαρδάκη (φίλο του παππού μου), ήταν το σημείο συνάντησης της αλητοπαρέας μακριά από τα βλέμματα των κουτσομπόληδων χωριανών.

Το βράδυ ακούγεται ο απόκοσμος ήχος των ανεμογεννητριών της Αιολικού πάρκου Αίολος. Η θέα από το πάρκο είναι εντυπωσιακή. Το οροπέδιο και στο βάθος δεξιά η Σητεία και το Κρητικό πέλαγος.

Η επαρχία Σητείας δεν έχει τον τουρισμό του Ρεθύμνου και των Χανίων. Αξιόλογα σημεία ενδιαφέροντος είναι το Μοναστήρι του Τοπλού στο δρόμο προς το Βάι, οι παραλίες γυμνιστών με τα λευκά κρινάκια στον αγιότοπο του Ξερόκαμπου στην ανατολική Κρήτη, η ταβέρνα δίπλα στο ποτάμι στους Τουρτούλους στο δρόμο από Μακρύ Γιαλό προς Σητεία, η Κάτω Ζάκρος το απογευματάκι μετά το φαγητό στον Σταύρο, το πανηγύρι του Αφέντη Χριστού στο χωριό Ρούσα Εκκλησιά κάτω από έναν γιγάντιο πλάτανο, το Παλαίκαστρο δίπλα στη Σητεία για ρακοποσίες και το πανέμορφο ορεινό χωριουδάκι Σίτανος στο πανηγύρι του 15Αύγουστου που σερβίρει κατσίκα οφτή από ξυλόφουρνο.

Οι διαδρομές είναι μεγάλες και κουραστικές, γεμάτες στροφές και οι ντόπιοι επικίνδυνοι στην οδήγηση. Όμως τα τοπία και η άγρια ομορφιά του τόπου μου, αποζημιώνει τον επισκέπτη.

Σας περιμένω του χρόνου για ρακές στον Χανδρά


ΑΡΧΕΙΟ

Ship to Gaza

Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr