Browsing Κοινωνία

Πατρίδες και πατρίδες

June24

Διαβάζω τα εκτρώματα-δηλώσεις του Σαμαρά και σε κάθε πρόταση αμολά και μία “πατρίδα” για να ανεβάσει το εθνικό αίσθημα των Ελλήνων λες και απειλούμαστε από τους Τούρκους ακόμα μετά από 200 χρόνια.
Και μέσα σε εκείνα και τούτα, η “πατρίδα” έχει αποκτήσει μία άλλη διάσταση, αυτή της ελληνικής επικράτειας, αυτή της εδαφικής ακεραιότητας και όλες αυτές τις φράσεις που βγαίνουν από κάτι υπουργεία άμυνας, ή από ναζιστικά, εθνικιστικά και ακροδεξιά στοιχεία για να μην ξεχνιόμαστε και να φοβόμαστε μην μας πάρουν τα νησιά και την Κρήτη.
Ξεχνώντας τι σημαίνει πατρίδα, τι σημαίνει “ο τόπος μου”, τη σιχαινόμαστε, τη μισούμε – εμείς και εκείνοι που αμολάν τη λέξη “πατρίδα” σε κάθε ομιλία τους.
Της πετάμε σκουπίδια παντού, στις παραλίες, στα πάρκα, στο δρόμο, της φτιάχνουμε ορυχεία χρυσού ξηλώνοντας το δάσος, της φτιάχνουμε μία τσιμεντένια πλατφόρμα και τη βαφτίζουμε “ανάπτυξη” στην παραλία Φαλήρου, της καίμε τα δάση, επίτηδες ή από ηλιθιότητα, γεμίζουμε σκουπίδια τα δάση, δεν πειράζει που πιάστηκε ο χαρταετός στο δέντρο, θα μείνει εκεί, αλλάζουμε τα φώτα αυτού του τόπου.
Δηλητηριάζουμε τα αδέσποτα, τα περιστέρια, έτσι αγαπούμε την πατρίδα.
Χτίζουμε τσιμεντένια εκτρώματα και έτσι δείχνουμε ότι αγαπούμε την πατρίδα.
Αγοράζουμε φωτοβολταϊκά για να τα κονομήσουμε, να κάνουμε μία γρήγορη μπίζνα χωρίς να μας ενδιαφέρει αν πράγματι προσφέρουμε στον τόπο μας – διότι αγαπάμε την πατρίδα.
Μπαζώνουμε ποτάμια ή τα αφήνουμε για γίνουν βούρκοι και έλη, γεμίζουμε τις παραλίες με ξαπλώστρες, ομπρέλες και beach bar, καταστρέφουμε το φυσικό τοπίο για την πατρίδα.
Γιατί την αγαπάμε!
Ξέρουμε όσοι κάνουμε ανακύκλωση, ότι δεν υπάρχει σοβαρός δημόσιος φορέας που να ελέγχει τις εταιρίες ανακύκλωσης, αλλά δεν μας νοιάζει, σημασία έχει ότι την κάνουμε. Διότι αγαπάμε την πατρίδα.
Αγαπάμε την πατρίδα φτιάχνοντας εργοστάσια της ΔΕΗ σε τοποθεσίες όπως ο Αθερινόλακκος, γνωρίζοντας πως ένα ατύχημα να συμβεί έχει καταστραφεί όλο το Λιβυκό. Για την πατρίδα και αυτό.
Όλα για την πατρίδα και η ΕΡΤ έκλεισε για την πατρίδα και οι κοριοί που βρήκε η φιλενάδα μου γιατρός σε κρεβάτι μεγάλου νοσοκομείου των Αθηνών για την πατρίδα και οι περικοπές στην παιδεία, την υγεία για την πατρίδα.
Όλα για αυτή την πατρίδα, αυτόν τον τόπο που μισούμε, σιχαινόμαστε και κάθε φορά που τον καταστρέφουμε, ή ρυπαίνοντας ή με την σιωπή και αδράνειά μας για βγάλουμε από πάνω μας την αηδία που τρέφουμε γι αυτή λέμε “για την πατρίδα, όλα για την πατρίδα”.

Μετά τι;

February5

Όταν μαζευόμασταν στο Σύνταγμα, και συζητούσαμε, καταθέταμε τις απόψεις μας στη λαϊκή συνέλευση, γραφόμασταν ή συμμετείχαμε σε ομάδες εργασίας, τι ακριβώς κάναμε;
Ζυμωνόμασταν.
Αυτό ακριβώς κάναμε.
Ο καθένας μας, που δεν είχε αποβάλλει τα συστημικά στερεότυπα καπέλωνε τη λαϊκή συνέλευση, η οποία τελικά απέκτησε έναν χαρακτήρα οργάνωσης δράσεων: από δράσεις ουσιαστικές (τράπεζα χρόνου, συλλογική κουζίνα), μέχρι δράσεις διαδήλωσης (μαζευόμαστε εκεί, αποκλεισμός της βουλής κλπ).
Έχω να πάω σε διαδήλωση από τις 5/5/2010.
Έκανα να συνέλθω από εκείνη τη διαδήλωση ένα μήνα.
Από τις υπόλοιπες διαδηλώσεις έπαψα να συμμετέχω συνειδητά.
Συνειδητά άρχιζα να αντιλαμβάνομαι πως όσα χημικά και να πέσουν, όσες διαδηλώσεις και να γίνουν, όσες φορές και να καταργηθούν τα στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και πέφτουν θύματα της κρατικής καταστολής τίποτα δεν θα γίνει.
Έστω, ότι πλέον δεν διαδηλώνουμε για να εκτονώσουμε την οργή μας, και κινητοποιούμαστε για να πέσει το καθεστώς, δηλαδή αυτό που νομίζουμε ότι κάνουμε, ποιο το μέλλον μετά;
Δηλαδή μία διαδήλωση που καταλήγει σε εξέγερση, τι μέλλον έχει;
Όλες οι επαναστάσεις καπελώνονται.
Όλες!
Με την επανάσταση, θα εξαϋλωθούν όσοι έκλεψαν και πλούτισαν από τα χρήματα του ελληνικού δημοσίου και δεν ήταν πολιτικοί; (Οι Ψωμιάδιδες, οι Κουρίδες και λοιποί).
Όχι βέβαια.
Με το να έρθει η δραχμή, εκείνοι που κέρδιζαν από τις υποτιμήσεις της το ’80 θα πάψουν να υπάρχουν;
Θα γίνουμε ξάφνου όλοι αναρχικοί;
Ακόμα και ο κυριούλης που πάρκαρε προχθές με το έτσι-θέλω στη γωνία εμποδίζοντας το αναπηρικό καροτσάκι να ανέβει στο πεζοδρόμιο που μετά από παρατήρηση κάποιου περαστικού απάντησε “και εσύ τι είσαι; τροχονόμος”;
Αυτή είναι η κοινωνία μας.
Αυτή είναι η πλειοψηφία, όχι εμείς οι 5-10-100 που φανταζόμαστε πως η κοινωνία μας με μία εξέγερση ξάφνου θα γίνει αλληλέγγυα και όλοι θα αγαπάμε τον γείτονα, τον συνάνθρωπο, όλοι ξάφνου θα αυτοδιορθωθούμε, ξάφνου θα πάψουμε να κοιτάμε την πάρτη μας και τον εαυτούλη μας και θα γίνουμε μία κοινωνία βασισμένη σε ένα παγκόσμιο συνειδητό ηθικό μοντέλο αξιών.
Ε, δεν γίνεται.
Δεν έχει συμβεί ποτέ, δεν συμβαίνει σε αυτό τον πλανήτη πουθενά.
Απέτυχε ο κομουνισμός, απέτυχε ο σοσιαλισμός.
Αυτές οι υπέροχες θεωρίες απέτυχαν.
Φαντάζομαι πως αν εξετάσουμε το γιατί, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το κατά πόσον ο άνθρωπος μπορεί όντως να σπάσει τις αλυσίδες του, τα συστημικά και κοινωνικά στερεότυπα.
Πως γίνεται αυτό;
Ξάφνου θα αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε άλλο ένα 10% του εγκεφάλου μας;
Αδύνατο.
Αναρχικοί υπήρχαν σε όλες τις εποχές.
Παντού και πάντα.
Η ανθρώπινη φύση, όπως είναι αυτή τη στιγμή, το hardware μας, που τα ελατώματά της είναι πιο εύκολο να υπάρξουν και να λειτουργούν στην κοινωνία, παρά να διορθωθούν (πράγμα δυσάρεστο, διότι είναι δυσάρεστο να βλέπεις τα ελαττώματα που σε διέπουν και ακόμα πιο δυσάρεστο να δουλέψεις για να τα πάψεις).
Πραγματικά, είναι κανείς διατεθειμένος να θυσιαστεί σε μία επανάσταση για το “κοινό καλό” όταν το μεγαλύτερο ποσοστό που επαναστατεί, δεν ξέρει, δεν αντιλαμβάνεται το “και μετά, τι”;
Δεν είμαι διατεθειμένη να καταπιώ κι άλλα χημικά, να φάω ξύλο, να με χώσουν στη ΓΑΔΑ για να μην υπάρξει “μετά” συνειδητό από όλους εμάς.
Είναι στόχοι που κουβεντιάζουμε και χανόμαστε σε αυτούς, τους φανταζόμαστε τελικά.
Παραμυθιαζόμαστε κυριολεκτικά.
Βάζουμε στόχους μαξιμαλιστικούς που δεν είναι δυνατόν σε αυτές τις συνθήκες, σε αυτό τον κόσμο να ευδοκιμήσουν.
Όταν όλος ο πλανήτης είναι δέσμιος των τραπεζικών λόμπι, πες μου συνάνθρωπε, συναγωνιστή που ήμασταν μαζί στο Σύνταγμα, πως θα κατακτήσουμε ένα αναρχικό σύστημα, μία κοινωνία που σέβεται και προσφέρει στον συνάνθρωπο;
Πως;
Πες μου, μετά από μία επανάσταση, μία φοβερή εξέγερση, που θα εκτελεστούν αθώοι και ένοχοι, άδικα και δίκαια, τι περιμένεις να συμβεί ύστερα;
Κουβεντιάζαμε λοιπόν στο Σύνταγμα, ότι δεν θέλουμε κόμματα, δεν θέλουμε πολιτικούς, δεν θέλουμε το ΚΚΕ, δεν θέλουμε τους αριστερούς, τους αναρχικούς…
Μία λύση υπήρχε;
Μήπως βρε παιδιά δεν υπάρχει λύση, τουλάχιστον έτσι όπως είμαστε, δηλαδή ως όντα με συγκεκριμένες ικανότητες αντίληψης.
Ίσως τόσο να μπορούμε ως άνθρωποι, δεν μπορούμε παραπάνω.
Ίσως να μπορέσουμε παραπάνω, σε 1000 χρόνια, όταν εξελιχθούμε, ή μάλλον όταν αφήσουμε τον εαυτό μας συνειδητά να εξελιχθεί αντί να ακολουθεί, να “τρώει” το σανό, ή να συμμετέχει στην παραγωγή σανού.
‘Εχουμε γίνει, με τη βοήθεια του συστήματος αυτό το ετερόκλητο πλήθος που κουβεντιάζαμε ότι μαζεύεται στο Σύνταγμα.
Αυτό το πλήθος που περιείχε κόσμο καλλιεργημένο, εξαρτημένους από ναρκωτικές ουσίες, ακαλλιέργητους, απλούς ανθρώπους, αναρχικούς, Πασοκτζίδες, ΚΚΕδες, Κνίτες, ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Αυτό το πλήθος είναι η κοινωνία μας το οποίο δεν πρόκειται ξάφνου να αλλάξει με ένα μαγικό ραβδάκι, εκείνο της φαντασιακής εξέγερσης.
Θυμάστε πόσα ουσιαστικές κουβέντες ειπώθηκαν στο Σύνταγμα και πόσες βλακώδεις, αυτιστικές συζητήσεις έγιναν;
Λίγες από τις πρώτες, πάρα πολλές από τις δεύτερες.
Με αυτό τον κόσμο που έχεις, αυτή την κοινωνία, πως βλέπεις την επόμενη ημέρα μίας εξέγερσης;
Προσωπικά δεν την βλέπω αυτή την ημέρα ρόδινη.
Βλέπω πως η ουσία του Συντάγματος, ήταν η ζύμωση.
Με την ζύμωση, ίσως σε 1000 χρόνια να φτάσουμε στην κοινωνία που ονειρευόμαστε.
Για την ώρα θα χρειαστεί να επικεντρωθούμε στο πως να επιβιώσουμε.
Δεν θα βαρεθώ να το γράφω: συλλογικότητες!
Μιλάμε για brothers in arms όταν πρόκειται για εξέγερση, αλλά δεν τολμάμε καν να κάνουμε την κίνηση να συνεργαστούμε με τον διπλανό μας για να επιβιώσουμε.
Τόσο τραγικοί είμαστε… τόσο.
Ή μάλλον τόσο αυτοκτονικοί είμαστε.
Πρώτα από όλα το δικαίωμα στην εργασία κανένα καθεστωτικό σύνταγμα δεν πρόκειται να το κατοχυρώσει.
Εμείς το κατοχυρώνουμε, εμείς το πράττουμε.
Πριν από κάποιο καιρό, κλαίγαμε (κι εγώ μαζί) την ακύρωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Ας το δούμε όμως αλλιώς, οι ΣΣΕ προστάτευαν τα βασικά δικαιώματα του εργαζόμενου απέναντι στον εργοδότη.
Στον εργοδότη ρε φίλε!
Αν καταργήσεις τον εργοδότη και συνεργαστείς με τους γύρω σου δεν έχεις ανάγκη από δικλείδες προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων σου.
Δεν έχεις ανάγκη ούτε να κάνεις άχαρες δουλειές, ούτε να εργάζεσαι σε ομηρία, ούτε να πρέπει να αντιμετωπίσεις τους προϊσταμένους σου και τα κόμπλεξ ανωτερότητας/κατωτερότητας τους που εκδηλώνουν πάνω σου.
Δεν είναι δικαιολογία πλέον το “είμαι άνεργος”.
Δικαιολογία είναι το “δεν μπορώ να εργαστώ αν δεν έχω κάποιον πάνω από το κεφάλι μου να μου δίνει εντολές και να τις εκτελώ”.
Αυτό το δεύτερο πρέπει να δουλέψουμε.
Δεν θέλει πολλή δουλειά, θέλει συνειδητοποίηση.
Μέσα από τη συλλογικότητα γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι.
Διότι μέσα από κάτι τόσο καθαρό, τόσο ηθικό, βλέπουμε που κάναμε λάθη, πως είχαμε μάθει να εργαζόμαστε (σαν δούλοι δηλαδή) και πως να πάψουμε να σκεφτόμαστε όπως όταν μας εκβίαζε ο προϊστάμενος στη μισθωτή εργασία.
Για φαντάσου το Σύνταγμα λοιπόν, να κοπεί σε χιλιάδες κομμάτια, που αυτά να είναι συλλογικότητες, κολεκτίβες που παράγουν έργο, προσφέρουν παιδεία και ακυρώνουν την ανεργία και τη μισθωτή εργασία/δουλεία.
Ζυμώσεις μέσα από την εργασία;
Φανταστικό!
Φαντάσου εκεί που δεν δεχόσουν κάποιον να σου πει “εδώ κάνεις λάθος”, να το δεις και αντιμετωπίσεις μόνος σου επειδή δεν έχεις άλλη επιλογή!
Φαντάσου επίσης πως θα έχεις και συντρόφους, συνεργάτες δίπλα σου να σε βοηθήσουν να διορθωθείς!
Φανταστικό!
Οι διαδηλώσεις πλέον αντιστοιχούν σε μία ενστικτώδης αντίδραση, όπως το σκυλί που δαγκώνει το χέρι που το βασανίζει, μόνο που το χέρι είναι από ατσάλι.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να ακυρώσω τη διαδήλωση ως έκφραση αντίδρασης.
Ποια είμαι στο κάτω κάτω να ακυρώνω τα βαθύτερα ένστικτά μας;
Όμως σε καμία περίπτωση δεν τη δέχομαι ως αυτοσκοπό.

ΥΓ: Στο μεταξύ, απορώ πως ακόμα βγαίνει ο κόσμος και πάει στις διαδηλώσεις όταν μεταξύ μας δεν είμαστε ενωμένοι, όταν συνεχώς διαφωνούμε αντί να κοιτάζουμε που συμφωνούμε.

Οι άστεγοι έχουν όνομα

January19

Πότε γίνεται ένας άνθρωπος άστεγος;

Όταν χάνει το σπίτι του;

Όταν έχει μία πέτρα πάνω από το κεφάλι του και άλλες τέσσερις γύρω του αλλά δεν έχει θέρμανση, δεν έχει ηλεκτρικό, δεν έχει νερό;

Γιατί οι άστεγοι χάνουν το όνομά τους αφού γίνονται άστεγοι;

“Άστεγος ξεψύχησε σε παγκάκι…” γράφουν.

Χάνουν την ιδιότητά τους, την ύπαρξή τους, χάνουν το όνομά τους;

Το χάνουν ή τους το αρπάζουν;

Είναι ο Δημήτρης, ο Hasni, η Σοφία.

Πως παύουν αυτοί οι άνθρωποι;

Ή μάλλον ποιος έχει το δικαίωμα να τους παύει;

‘Εχω θυμώσει, έχω θυμώσει με τα μέσα ενημέρωσης, έχω θυμώσει με τον κόσμο που λέει “καλός ράφτης ήταν μέχρι να αποτρελαθεί”, έχω θυμώσει με την γαμημένη την κοινωνία που κουβαλάει ένα δήθεν αξιακό ανθρωποσύστημα αξιολόγησης.

Έχω θυμώσει με τον εαυτό μου, που ενώ τον έβλεπα κάθε χρόνο τον άνθρωπο, τον είχα πάρει ωτοστόπ κάνα δυο φορές, διότι κούτσαινε βλέπεις, του είχαν βγάλει οι χωριανοί και παρατσούκλι “Ο Κουτσοπαντελής”, δεν είχα κάνει τίποτα, ούτε στο ελάχιστο, ένα κάτι για να μην βρεθεί νεκρός σε αυτό το πέτρινο ντουβάρι.

Η ευθύνη όλη δικιά μας!

Δικιά μου και της κοινότητας των χωριανών που του έδιναν ένα πιάτο φαΐ και το καυχιούνται λες και τάιζαν σκύλο.

Οι άστεγοι έχουν όνομα και ο κύριος που πέθανε μόνος του σε εκείνο το ερείπιο λεγόταν Παντελής Ζερβάκης.

Κράτος Πολιτών

January15

Βρισκόμαστε σε μία ανέλπιστη στιγμή στην ιστορία του τόπου μας.

Οι πρωτοβουλίες πολιτών για την προστασία των αστέγων αυξάνονται, όμως μήπως τελικά υποκαθιστούν τον ρόλο που έπρεπε να είχε αναλάβει το ίδιο το κράτος;

Ακούγοντας χθες τον Antidrasex στην εκπομπή του Radio Bubble, φώλιασε μέσα μου η ανάγκη λύσης…

Όπως πολύ σωστά ανέφερε ο Antidrasex το κράτος είμαστε εμείς, οι πολίτες.

Θα πρόσθετα πως και η πολιτεία είμαστε εμείς.

Όμως εδώ και δεκαετίες πολιτικών αναταραχών – κατοχή, εμφύλιος, χούντα -καταλήξαμε σε μία μεταπολίτευση που έφερε τον κοινοβουλευτισμό και τον όρισε ως δημοκρατικό πολίτευμα.

Μάθαμε, ή μάλλον εκπαιδευτήκαμε να ψηφίζουμε μία αρχή, μία ομάδα εξουσίας – η κυβέρνηση και το κεντρικό όργανο εξουσίας ο πρωθυπουργός – που θα αποφασίζει για εμάς.

Δεν μας ρώτησαν αν θέλουμε να ψηφιστεί το “τάδε” νομοσχέδιο, αλλά μας ρωτούσαν μία φορά τα 4 χρόνια “σας αρέσουμε”; “Ψηφίστε μας”!

Μάθαμε πως η τηλεόραση μας ενημερώνει, ίσως και οι εφημερίδες, κατάπιαμε την προπαγάνδα για να συναινέσουμε ώστε στο μέλλον να ξαναψηφίσουμε τους ίδιους ή τους διπλανούς τους και γίναμε άβουλοι πολίτες.

Χαιρόμασταν που υπήρχαν ΜΚΟ που ασχολούνταν με όλα τα περιττώματα διαφθοράς, ανικανότητας και σκοτεινών συμφερόντων (βλέπε Trafficing) που άφηνε πίσω της η κάθε κυβέρνηση.

Σκεφτόμασταν “αφού υπάρχουν αυτές οι οργανώσεις, νιώθω ήσυχος”.

Τα Χριστούγεννα θα μας έπιανε ο πόνος για τους φτωχούς, για τα παιδιά στα χωριά SOS, για τα αδέσποτα και τότε θα δίναμε λίγα χρήματα σε “τηλεοπτικούς μαραθώνιους αγάπης”.

Βλέπεις κανείς δεν θέλει να βγει από το σπίτι του και να αντικρίσει τον τοξικομανή χυμένο στο πεζοδρόμιο, ούτε τον άστεγο με τα πληγιασμένα πόδια.

Καταφέραμε επιτυχώς να βλέπουμε μόνο αυτά που είναι επιθυμητά στο μάτι μας.

Το στολισμένο Άττικα, τις όμορφες βιτρίνες του Κολωνακίου, τα νεοκλασικά της Βασιλίσης Σοφίας.

Και δεν βλέπαμε το εγκαταλελειμμένο μαγαζί στην Πατριάρχου Ιωακείμ, την κοπέλα που ζητιανεύει στην Πανεπιστημίου, τα σκυθρωπά πρόσωπα που χαζεύουν τις βιτρίνες.

Και ξάφνου, τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε διότι είναι περισσότερα τα κλειστά μαγαζιά, οι άστεγοι τις γωνίες, οι κοπέλες με το χέρι απλωμένο δίπλα στις στάσεις του μετρό…

Η γενικότερη αίσθηση είναι ίσως πως οι πρωτοβουλίες πέρα από το γεγονός ότι υποκαθιστούν τον ρόλο του κράτους – πράγμα καλό διότι με αυτό τον τρόπο αναδιαμορφώνεται το κράτος, δηλαδή εμείς – καταλήγουν να να αντιμετωπίζουν το σύμπτωμα αντί για το πρόβλημα.

Ίσως τελικά δεν θα έπρεπε να είναι αυτή “η δουλειά τους“.

Ίσως άλλες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αναλάβουν πως να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στα διάφορα παρακλάδια του.

Υπήρξαν στιγμές που προσπαθούσαμε στο Σύνταγμα να πιάσουμε το πρόβλημα γενικευμένα.

Καταλήξαμε σε απλές και γνωστές τακτικές, αυτές της διαδήλωσης και διαμαρτυρίας.

Η αλλαγή του πολιτεύματος σε Άμεση Δημοκρατία και η παύση της ανεργίας δεν μπορεί να συμβεί αν θέτουμε τέτοιους μαξιμαλιστικούς στόχους.

Το Σύνταγμα ήταν ένα σημαντικό σχολείο για όλους μας.

Ένα πανεπιστήμιο εκμάθησης ανταλλαγής απόψεων, συγκρότησης ομάδων εργασίας, κοινωνικής αλληλεγγύης και συλλογικής προσπάθειας.

Το μάθημα που κάναμε στο Σύνταγμα, θα χρειαστεί να το κάνουμε πράξη σε μικρές ομάδες – πρωτοβουλίες που θα δομούν τα κομμάτια του κράτους των πολιτών.

Με άλλα λόγια, οι πρωτοβουλίες αστέγων που ουσιαστικά κάνουν τη συνειδητή εθελοντική εργασία που δεν κάνουν οι δήμοι, να προστατεύουν αυτό το ευπαθές κομμάτι του πληθυσμού ώστε να επιβιώσει.

Όμως αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονται στον δρόμο, δεν έχουν την παραμικρή δυνατότητα και πιθανότητα να εργαστούν και να ορθοποδήσουν.

Είναι αναγκαία μία εργασιακή/εργατική πρωτοβουλία που μπορεί να αποτελείται από πολλές μικρές ομάδες πολιτών και θα μπορούν να κουβεντιάζουν λύσεις και να τις βάλουν σε εφαρμογή.

Έτσι δεν μάθαμε στο Σύνταγμα;

Η μία ομάδα δεν αναιρεί την άλλη, η κάθε πρωτοβουλία με τον ρόλο της.

Συνεργατικά, συνεταιριστικά, συλλογικά, όπως θέλετε πείτε το.

Όλα αυτά για να επιτύχουν θα χρειαστούν ανθρώπους συνειδητοποιημένους στο ρόλο της προσφοράς.

Άνθρωποι σαν τον Antidrasex, τον The Stranger GR, τον Potmos και τον Menacius.

Ανιδιοτελείς

Το Όνειρο

September29

Η Άλκηστη, γεμάτη προσδοκίες, με φιλοδοξίες που δεν ξεπέρασαν ποτέ τα όρια της ανθρώπινης επιθυμίας ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα μεγάλο “μαγαζί” πριν από μερικά χρόνια.

Ήξερε πως εκεί θα μάθαινε, θα πρόσφερε, θα δημιουργούσε και συνεπώς θα γινόταν καλύτερη στη δουλειά της.

Είχε μάθει από την οικογένειά της και το σχολείο της πως αν είσαι δημιουργικός αλλά και παραγωγικός πως αν προσφέρει τις ικανότητές της ολοκληρωτικά θα μπορούσε να ανέβει στην κλίμακα.

Αυτή την οικονομική αλλά και κύρους κλίμακα.

Τι πιο φυσιολογικό για την Άλκηστη με το που έπιασε εκείνη τη δουλειά να δώσει τον εαυτό της έστω και με αυτά τα αξιοπρεπή χρήματα που της προσέφεραν.

Ήξερε πως με τις δυνατότητές της, τη σκληρή δουλειά, την καλή επικοινωνία και συνεργασία με τους συναδέλφους όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχή.

Τα αφεντικά της Άλκηστις είδαν ότι πράγματι είναι εξαιρετική αλλά και σβέλτη στη δουλειά της και της έδωσαν περισσότερη δουλειά.

Η Άλκηστη δεν παραπονέθηκε, σκέφτηκε πως της δίνουν ευκαιρία να αποδείξει πόσο δυνατή είναι απέναντι σε περισσότερη δουλειά.

Άρχιζε να εργάζεται υπερωρίες.

Τα χρόνια περνούσαν και η δουλειά αυξανόταν, αυξάνονταν και οι υπερωρίες που είχαν γίνει καθημερινότητα.

Με το που έσκασε το χρηματιστήριο η δουλειά της Άλκηστις “έπεσε” δραματικά.

Άρχισαν απολύσεις στο μαγαζί που δούλευε.

Η Άλκηστη επιβίωσε αυτό και τα δύο επόμενα κύματα απολύσεων, την μεταφέρανε σε ένα άλλο τμήμα.

Με τη δημιουργική δουλειά να έχει πάψει να είναι ο βασικός πυρήνας της εργασίας της μιας και έγιναν σοβαρές περικοπές, η Άλκηστη ξεκίνησε στο νέο τμήμα να κάνει αυτό που ήξερε πολύ καλά με λιγότερη δημιουργικότητα.

Οι προσδοκίες απομακρύνονταν, οι φιλοδοξίες θόλωναν, σαν να τις έβλεπε πίσω από ένα παράθυρο νωπό από τη βροχή.

Δεν θα πετούσε τα χρόνια που εργάστηκε, ανασκουμπώθηκε και άρχιζε να δημιουργεί προτάσεις που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες για τα αφεντικά της.

Τα αφεντικά της, την παίνεψαν, την κολάκεψαν αλλά ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τα έργα της.

Έκατσε σε μία γωνιά και έκανε τη δουλειά που της έδιναν να κάνει, χωρίς να παραπονιέται.

Στο κάτω-κάτω έβρισκε διέξοδο στο σπιτάκι της, όπου εκεί εκτόνωνε τη δημιουργικότητά της σχεδιάζοντας δικά της έργα.

Όλοι στο “μαγαζί” γνώριζαν πόσο εξαιρετική είναι η Άλκηστη στη δουλειά της, πόσο το αγαπά το αντικείμενό της.

Ακόμα και ίδιος της ο προϊστάμενός που μία φορά την κάλεσε στο γραφείο του και της είπε: “Κοίτα, είσαι πολύ δημιουργική και πολύ καλή σε αυτό που κάνεις, αλλά εμείς εδώ πλέον δεν κάνουμε δημιουργικά πράγματα οπότε μπορείς ίσως να σκεφτείς την πιθανότητα να παραιτηθείς αν δεν σου αρέσει αυτό που κάνεις”.

Πάνε οι προσδοκίες, οι φιλοδοξίες και οι επιθυμίες για το μέλλον, πάνε όλα!

Είχαν περάσει ήδη 7 χρόνια και δεν ήθελε με τίποτα να κάνει τη χάρη του προϊσταμένου και να παραιτηθεί ακόμα και με αυτά τα πάλε τότε αξιοπρεπή χρήματα που έπαιρνε που η τωρινή τους αξία ήταν ευτελής.

Συνέχιζε να εργάζεται αμίλητα, λέγοντας το πρωί μια “καλημέρα” και το απόγευμα ένα “γεια χαρά”.

Τα όνειρα που είχε κάποτε, είχαν πάψει να έχουν υπόσταση είχαν γίνει φαντάσματα που τη στοίχειωναν τα βράδια όταν ήταν μόνη στο σπίτι της.

Τώρα από πείσμα αλλά και πάλι επειδή δεν ήθελε να πετάξει τα τόσα χρόνια εργασίας έμενε.

Και άλλαξε πάλι τμήμα.

Άρχιζε να κάνει πάλι δημιουργικές εργασίες και για άλλη μία φορά έπρεπε να αποδείξει την αξία της στον νέο προϊστάμενο.

Άλλαξε προϊστάμενο και μετά ξανά και ξανά…

Και σε κάθε προϊστάμενο έπρεπε να αποδείξει την αξία της μόνο και μόνο για να είναι χρήσιμη σε αυτόν, στα αφεντικά του και στα αφεντικά των αφεντικών του.

Συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό, με λιγότερη όρεξη… τα φτερά ήταν ήδη κομμένα, τα είχε πάρει ο άνεμος με τα χρόνια.

Πέρασαν 12 χρόνια από τότε που ήρθε στο “μαγαζί” και ο σημερινός αλλά και ο προηγούμενος προϊστάμενός της ήταν μικρότερός της.

Επιβίωσε άλλα 3 κύματα απολύσεων, ήρθε και η κρίση.

Ένιωθε παρ όλη την αδικία, που είχε πια εξανεμιστεί κι αυτή πως έπρεπε να κρατηθεί από τη δουλειά, τώρα πλέον που η εργασία είναι δικαίωμα λίγων.

Και συνέχιζε, χωρίς να παίρνει πρωτοβουλίες, όπως έκανε κάποτε, χωρίς κίνητρο για να προσφέρει ξανά τον εαυτό της, χωρίς την ανεμελιά και αφέλεια που είχε νομίζοντας πως με τις ικανότητές της θα πάει μπροστά.

Συνέχιζε στην γκρίζα πραγματικότητα.

Ο νέος της προϊστάμενος μία μέρα της είπε φιλικά πως αντιλαμβάνεται το πόσο καλή είναι στη δουλειά της και της ζητάει να παίρνει περισσότερες πρωτοβουλίες, να δώσει περισσότερα, από αυτά που δίνει ήδη στην ίδια θέση που βρίσκεται.

Η Άλκηστη θόλωσε, διότι μέσα στη μιζέρια της καθημερινότητας είχε θυμηθεί ότι κάποτε είχε ένα ανόητο όνειρο που περιλάμβανε περισσότερο κύρος, περισσότερο σεβασμό και περισσότερα χρήματα.

Ένα όνειρο που φαντάζει τώρα τόσο σαχλό, ποταπό και άθλιο, όταν ξέρει ότι η οικογένεια που μένει κάτω από το διαμέρισμά της είναι όλοι άνεργοι, όταν γνωρίζει ότι θα κόψουν ξανά τη σύνταξη του πατέρα της, όταν σκέφτεται δύο φορές αν θα χρειαστεί να αγοράσει ένα μικρό μπουκάλι γάλα που έχει γίνει πιο ακριβό και από το αναψυκτικό.

Τι τιποτένιο, άθλιο και ελεεινό που ήταν αυτό το όνειρο.

Να θέλεις να γίνεις κάποιος, έστω με το σπαθί σου, σε έναν τέτοιο κόσμο, σε έναν αυταρχικό, αναξιοκρατικό κόσμο, που θάβει, έθαβε και θα θάβει τα παιδιά του.

Και έτσι η Άλκηστη, άφησε το όνειρο πίσω για πάντα και έβαλε πλώρη για ένα άλλο όνειρο: να βοηθήσει να αλλάξει τούτος εδώ ο κόσμος…

« Older Entries

ΑΡΧΕΙΟ

Ship to Gaza

Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr