Μία Ψυχρή Συζήτηση με τον Ενκί Μπιλάλ

February28

Πήγα στο Μία Συζήτηση με τον Ενκί Μπιλάλ.

Δεν ήταν η κακή μετάφραση, ούτε οι ρηχές ερωτήσεις του δημοσιογράφου.

Δεν ήταν τίποτα από αυτά που με ενόχλησαν.

Με ενόχλησε ο ίδιος ο Μπιλάλ.

Διαβάζοντας τα κόμικ του με την εκπληκτική του τεχνοτροπία αλλά και τις πολλαπλές έννοιες, νοήματα, ερμηνείες και ασυνείδητους συμβολισμούς στις ιστορίες του, περίμενα να συναντήσω έστω από μακριά ένα διανοητή του είδους του, έναν άνθρωπο που έχει αντιληφθεί βαθύτερα νοήματα που τα έχει ξεπεράσει, πιθανόν να μην έχει κάνει ειρήνη με τον εαυτό του – το περιμένω αυτό από έναν καλλιτέχνη, το θέλω να το δω – που γνωρίζει τις απολήξεις τις τέχνης και το πως καθρεφτίζονται στην κοινωνία και στον μοναχικό μας εαυτό.

Περίμενα να δω έναν άνθρωπο απελευθερωμένο από νόρμες, από “καθώς πρέπει″ και από στερεότυπα, ειδικά αυτά του star system.

Και… ίσως περίμενα πολλά.

Είδα έναν κύριο ελαφρώς αλαζόνα, λιγάκι καβαλημένο, λίγο απόμακρο, ψυχρό σαν τα μπλε μαλλιά της Jill στο Imortel με την απουσία του κατακλυσμού συναισθήματος του εραστή της Nikopol.

Δηλαδή με λίγα λόγια ένα ξινούτσικο Γάλλο που κατά τα άλλα δεν θέλει – έτσι λέει – να ξεχνά την Γιουγκοσλάβικη καταγωγή του.

Κάποτε υπήρξα κι εγώ καλλιτέχνης, θέλω ακόμα να λέω ότι είμαι παρότι έχω χρόνια να πιάσω τα πορτραίτα και τα καράβια μου.

Ξέρω ότι η δημιουργία είναι μία απόλυτα μοναχική διεργασία.

Ξέρω όμως πως μέσα από αυτή ανακαλύπτεις τη φύση – διότι παρατηρείς με τρόπο άλλο από αυτό που παρατηρεί κάποιος που δεν κάνει τέχνη – το χρώμα, το φως, τις σκιές, τα πολλαπλά λευκά και τα εκατοντάδες μαύρα.

Ανακαλύπτεις το συναίσθημα της ολοκλήρωσης ή της μη-ικανοποίησης, μαθαίνεις ή να τα ενδυναμώνεις αυτά τα συναισθήματα ή να τα καταλαγιάζεις.

Τα συζητάς με άλλους καλλιτέχνες, δίνεις πληροφορία και παίρνεις ανταλλάγματα γνώσης.

Όλα αυτά μπορεί να σε αλλάζουν, μπορεί να σε φτάσουν στην τρέλα, μπορεί να σου γεννήσουν νέους δαίμονες [αυτούς του Καζαντζάκη]  και να παρουσιαστεί η ανάγκη να τους δαμάσεις στον καμβά.

Ο δημοσιογράφος σε μία στιγμή ρηχής κολακείας είπε “είστε σχεδιαστής κόμικ” [ο Μπιλάλ έκανε μία χειρονομία αυταρέσκειας δηλώνοντας το προφανές], “είστε ζωγράφος” [επανέλαβε ο Μπιλάλ την ίδια κίνηση, "είστε και σκηνοθέτης" [τρίτη και φαρμακερή]… χειρονομίες χρόνων εξάσκησης σε κολακείες. Το κάνει συχνά – φάνηκε.

Εγώ θα σου πω πως καταλαβαίνω τον καλλιτέχνη, τον δικαιολογώ να είναι ψυχοπαθής σαν τον Βαν Γκογκ, τον δέχομαι να είναι αγωνιστής σαν τον Γκόγια, τον καταλαβαίνω όταν παλεύει με τον υπαρκτό πόνο του σαν τον Ντε Κίρικο.

Δεν μπορώ να δικαιολογήσω κάποιον που αφήνει αποτυπώματα της ψυχής του σε ένα κομμάτι χαρτί με μερικές ξυλομπογιές [τα αφήνει διότι τα βλέπω, τα διακρίνω] και μετά να έρχεται στην Αθήνα με ένα αυτάρεσκο ύφος, με ολίγον ύφος ρηχού παντογνώστη [όσον αφορά την κατάσταση στην Ευρώπη, ναι αναφέρθηκε στη συζήτηση] και με αρκετό δυσκοίλιο σνομπισμό.

Απογοητεύτηκα, στεναχωρήθηκα ίσως περισσότερο από το “φυσιολογικό”…

Λυπήθηκα…

Ελπίζω να κάνω λάθος…

posted under Τέχνη | No Comments »

Παίρνοντας τι στα χέρια μας;

December5

Έχω απογοητευτεί, απογοητευτεί πλήρως.

Δεν περίμενα κάτι από κανέναν πολιτικό, από κανένα αριστερό/δεξιό/κεντρώο κόμμα.

Περίμενα από τους ανθρώπους.

Περίμενα πως το Σύνταγμα θα τους άλλαζε.

Μου είχε πει κάποτε το Ύποπτο Μούσι: όταν θα σταματήσει αυτό που γίνεται εδώ [θα πάψει κάποτε] τουλάχιστον θα κοιτάμε με λησμονιά αυτό που χάσαμε.

Ούτε αυτό δεν κάνουμε.

Κοιτάμε τον εαυτούλη μας, την πάρτη μας, ούτε καν τους δικούς μας ανθρώπους.

Κοιτάμε το τώρα, το εδώ.

Φοράμε παρωπίδες που μας επιτρέπουν να δούμε ευθεία, όπως φορούν στα άλογα.

Τουλάχιστον στα άλογα τους τις έβαλαν, εμείς που τις βάλαμε μόνοι μας τι δικαιολογία έχουμε;

Και δεν βλέπουμε γύρω μας.

Δεν θέλουμε να δούμε γύρω μας.

Ή μάλλον θέλουμε να καταγγέλλουμε, να βρίζουμε, να εκτονωνόμαστε, να κάνουμε επιτέλους αυτό που όταν δεν υπήρχε twitter και βλέπαμε ειδήσεις βρίζοντας πολιτικούς, δημοσιογράφους και καναλάρχες.

Είναι σωτήριο ότι μπορούμε να καταγγέλλουμε δημόσια.

Εκεί, κλωθογυρίζουμε στο τι έκανε ο Λοβέρδος, πόσο παχύς είναι ο Πάγκαλος, πόσο φασίστας είναι ο Άδωνις και πόσο αμετανόητος είναι ο Παπανδρέου.

Σαν παιδιά με σύνδρομο Aspregers.

Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε την κατάσταση οπότε τι κάνουμε;

Κάνουμε ό,τι μας έχει μάθει το σύστημα που έχει περάσει στο ένστικτό μας: να καταγγέλλουμε, να σχολιάζουμε τον κάθε πολιτικό τιποτένιο που υποτιμά καθημερινά την νοημοσύνη μας [αντί να το πάρουμε απόφαση ότι αυτοί οι τύποι δεν θα αλλάξουν ποτέ], να διαδηλώνουμε [η κλασσική μέθοδος εκτόνωσης του συστήματος] καθώς απεργούμε [απεργούμε εις βάρος των πολιτών χωρίς να κοιτάμε εναλλακτικές μεθόδους απεργίας] κρεμασμένοι από τις αποφάσεις των ΔΣ των συνδικάτων [των διεφθαρμένων συνδικάτων που αντί οι εργαζόμενοι να τους πετάξουν έξω και να αρχίσουν συνελεύσεις ιδρύοντας μία συνδικαλιστική ενωτική μορφή χωρίς εξουσίες με κέντρα αποφάσεων, τους ίδιους τους εργαζόμενους, δέχονται ό,τι απεργιακή κινητοποίηση τους σερβίρουν φοβισμένοι].

Και αντιδρούμε.

Τρώμε την μία καρπαζιά μετά από την άλλη και αντιδρούμε φυσικά διότι όταν πονάς κάνεις και ένα “α” [άντε ίσως προσπαθείς να αμυνθείς κιόλας, όπως δηλαδή κάνουν τα ζώα].

Στο μεταξύ, βγαίνουν και κάποιοι αναρχικοί με το σύνθημα “πουτάνα όλα”, “εξέγερση τώρα” και όλα τα συναφή περί σκοτωμών, πλήρης διάλυσης του παρελθόντος [κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά αλλά και πολιτισμικά] και αναδόμησης του από τις στάχτες του.

Ό,τι να ‘ναι ρε φίλε.

Καθώς θα πάρεις ανθρώπινες ζωές μετά θα φτιάξεις την ουτοπία των ανθρώπινων ηθικών αξιών.

Δηλαδή δολοφονώντας, ως τι άνθρωπος με ήθος θα αναδομήσεις το σύμπαν;

Πόσο άνθρωπος παραμένεις;

Έπρεπε να είχαμε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, κολεκτίβες αυτή τη στιγμή, κάποιες που θα λειτουργούσαν ως βάση πρώτων αναγκών, άλλες συμπληρωματικά και κάποιες άλλες ως πηγή εισοδήματος.

Είναι όμως πολύ δύσκολη διαδικασία, δυσάρεστη [καθώς ξέρουμε όλοι πως το δυσάρεστο το αποφεύγουμε] να αποβάλλουμε στερεότυπα όπως “μπορείς να έχεις κοινωνία χωρίς κυβέρνηση”, ή “μπορείς να εργάζεσαι πάνω σε κάτι που αγαπάς και να έχεις ένα εισόδημα” ή όπως “πρέπει να πάψεις να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή, τον τόπο που έτυχε να βρίσκεσαι ανθρωποκεντρικά, εξουσιαστικά, να πετάξεις το “εγώ” σου”.

Ε, όπως καταλαβαίνεις συνάνθρωπε που διαβάζεις αυτές τις σκέψεις, αυτά δεν πρόκειται να γίνουν διότι απλά δεν υπάρχει η διάθεση να γίνουν.

Έτσι λοιπόν, συνεχίζουμε να ιεροποιούμε τις διαδηλώσεις, λες και όποιος πηγαίνει και τρώει 5 τόνους χημικά είναι εθνικός ήρωας και σύμβολο του αγώνα ενάντια στην καταπίεση, σαν να ρίχνουμε μία δυνατή γροθιά στο κατεστημένο όπου στην πραγματικότητα το κατεστημένο είναι από ατσάλι και το χέρι απλά ματώνει και πονάει [μετά αρρωσταίνει και πεθαίνει αλλά δεν έχει σημασία].

Αλλά αντιδρούμε.

Αυτό μάλιστα.

Το ξαναείπαμε έτσι;

Αυτό δεν κάνουμε μόνο; Να αντιδρούμε;

Να δημιουργήσουμε, να ζυμωθούμε, να αποδομήσουμε όλα τα μαθήματα που μας έκαναν γονείς, κοινωνία και κράτος, να κάνουμε λάθη και να μην το παρατάμε δεν το κάνουμε.

Καθώς διαδηλώνουμε, φαντασιωνόμαστε εξεγέρσεις και επαναστάσεις [δηλαδή εμφύλιους] η ιστορία μας κλείνει το μάτι.

Ναι, αυτή η ιστορία των 200ων χρόνων.

Η ιστορία της οικονομικής πολιτικής που όλες οι χώρες που βρίσκονται κάτω από αυτή έχουν την εξής σπείρα “εξέλιξης”:

1. Χρέος

2. Αντιμετώπιση χρέους με δανεισμό

3. Ακύρωση βασικών ανθρώπινων και εργασιακών δικαιωμάτων

4. Αύξηση του φασισμού

5. Χρεοκοπία

6. Επανάσταση – εξέγερση – εμφύλιος ή πόλεμος με τους δανειστές

7. Νέα εξουσία

8. Επαναλάβατε τη διαδικασία ξεκινώντας από το [1]

Έτσι θα μας πάει, όσο συνεχίζουν κάποιοι να φτύνουν το Σύνταγμα [στην πραγματικότητα φτύνουν τους ανθρώπους και την κοινωνία στην οποία ήδη ζουν και είναι μέρος της] όσο υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι είναι επαναστάτες φωνάζοντας το “πουτάνα όλα” [δηλαδή επανάσταση, εμφύλιος τώρα], όσο κατεβάζουμε το κεφάλι στις συνελεύσεις των ενώσεων και ανεχόμαστε τον κάθε συνδικαλιστή που κάνει πολιτική καριέρα στο συνδικάτο, όσο αποδεχόμαστε πως ο μόνος τρόπος εργασίας είναι αυτή η κυριολεκτικά σκλαβιά με λίγο χαρτζιλίκι.

Η ιστορία το έχει αποδείξει, όχι εγώ.

Εγώ υπενθυμίζω την σπείρα των σίγουρων γεγονότων που πρόκειται να συμβούν.

Είναι σπείρα, όχι κύκλος.

Διότι ναι μεν δεν αλλάζει η σταθερά δημιουργίας οικονομικών κρίσεων όμως αλλάζουν οι εξεγέρσεις και το αποτέλεσμα:

Το αποτέλεσμα της εξουσίας που θα επικρατήσει [ακροδεξιά, ή ναζιστική, ή σοσιαλιστική κλπ εξουσία] να επαναλάβει τη διαδικασία της σπείρας του χρέους.

Μετά από 4 χρεοκοπίες στην Ελλάδα, θα έπρεπε να είχαμε μάθει τις διαδικασίες.

Ίδιες με μικρές παραλλαγές.

Όμως τότε δεν είχαμε το Σύνταγμα.

Δεν είχαμε ζυμώσεις, εξωστρέφεια, έμπρακτη αλληλεγγύη.

Τώρα έχουμε, το δοκιμάσαμε, κάτι κάναμε λάθος και το παρατήσαμε σαν χαλασμένο παιχνίδι.

Τι έπρεπε να κάνουμε:

Έπρεπε να το ξαναδοκιμάσουμε, να μελετήσουμε τα λάθη του να βρούμε τα κίνητρα, όσο δύσκολα και να είναι για να βγει ο καθένας μας από το σπίτι του, να τα διορθώσουμε, να κάνουμε νέα λάθη, να τα διορθώσουμε…

Καθώς βρίσκουμε τα λάθη του, αντιλαμβανόμαστε τα δικά μας.

Είναι αποκλειστικά ανθρώπινη διεργασία να κάνουμε αυτές τις συνδέσεις.

Τέρμα πλέον το άλλοθι της κυρίας Klein ότι είμαστε τα θύματα της θεραπείας του σοκ.

Είμαστε άνθρωποι, με την ικανότητα αντίληψης, διανόησης.

Με αρετές, όπως η αλληλεγγύη, η συμπόνια, η άνευ όρων αγάπη.

Τέρμα οι βαρύγδουπες λέξεις περί “ανάκτησης αξιοπρέπειας” λες και πριν την κρίση είχαμε αξιοπρέπεια όταν ο εργοδότης μας ξεζούμιζε για ψίχουλα.

Τέρμα και τα “οι συλλογικές συμβάσεις που κάποιοι τις εδραίωσαν με το αίμα τους και καταργήθηκαν”, οι συλλογικές εργοδοτικές πλαστικές αλυσίδες.

Δεν είχαμε πει ότι παίρνουμε τις ζωές μας τα χέρια μας;

Δεν το νιώσαμε με όλο μας το είναι αυτό;

Οι ζωές μας, είναι στα χέρια μας, μόνο που τα χέρια είναι παρατημένα.

Μια ανάμνηση ξεπρόβαλε

October16

Στην αυλή του κύριου Γιάννη, ο πατέρας μου μιλούσε μαζί του.

Εγώ με το μπλε BMXοειδές ποδήλατό μου να κάνω βόλτες.

Κάτι που δεν με ενδιέφερε έλεγε ο κύριος Γιάννης στον μπαμπά.

Ήταν δάσκαλος και ο μπαμπάς μαθητής.

Γύρω – γύρω με το ποδήλατο.

Βαρέθηκα.

Φύγαμε πήγαμε σπίτι.

Μετά από χρόνια, πήγα ξανά στην αυλή του κυρίου Γιάννη.

Τη θυμόμουν μεγαλύτερη…

Αγάπησα τον κύριο Γιάννη αργότερα, όταν μεγάλωσα.

Σε ευχαριστώ πατέρα…

Αγαπητέ Ανέστη

August9

Αγαπητέ Ανέστη,
διάβασα το άρθρο σου και ενώ αρχικά είχα διάθεση να ξεκινήσω κουβέντα στο twitter, η διάθεση μεταλλάχθηκε στο να σου αφήσω σχόλιο. Όμως αφού έβλεπα ότι άρχιζα να γράφω πολλά, αποφάσισα να κάνω μία απάντηση – post στο blog μου.

Αν πράγματι θέλεις να αναλύσεις την άνοδο του φασισμού, δεν θα έπρεπε να ξεκινήσεις με το “χαρακτηρίσαμε φασίστες τους κατοίκους των περιοχών του κέντρου που φωνάζουν για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους”.

Αυτές οι περιοχές του κέντρου ήταν υποβαθμισμένες πολύ πριν έρθουν μετανάστες στην Ελλάδα.

Οι χαρτοπαικτικές λέσχες στα στενά του Αγίου Παντελεήμονα, τα μαχαιρώματα στις 7 το πρωί στη Μάρνης, όλα αυτά τη δεκαετία του 80.

Ούτε τότε ήταν καλά, ούτε και τώρα.

Πριν το Δουβλίνο 2, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να μεταφέρει τους μετανάστες σε κέντρα φιλοξενίας τα οποία υποτίθεται έπρεπε να παρέχουν υπηρεσίες όπως εκπαίδευση, εκμάθηση γλώσσας κλπ μέχρι να φύγουν στις χώρες προορισμού τους.

Δεν έγινε ποτέ. Θυμίζω την Παγανή στη Λέσβο.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι όλοι αυτοί οι πρόσφυγες που βρίσκονταν και βρίσκονται σε ημι-άγρια κατάσταση, ερχόμενοι από θεοκρατικά βίαια καθεστώτα – δηλαδή πολιτικοί μετανάστες – γκετοποιήθηκαν στις ήδη υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας.

Στην ουσία το κράτος ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει τις διεθνείς συνθήκες που αφορούν το μεταναστευτικό σύμφωνα [προ Δουβλίνου 2] αλλά δεν έκανε τίποτα.

Η γνωστή τακτική Παιγνίων Πολέμου: το αφήνουμε να ρημάξει μέχρι να έρθει η ώρα να ρίξουμε αλλού τις ευθύνες.

Γράφεις: “Διαπίστωσα όμως πως τόσο καιρό οι φωνές μας ήταν μόνο κριτική σε οτιδήποτε προσπαθεί να μετριάσει το πρόβλημα. Προτάσεις δεν είχαμε”.

Δεν τίθεται θέμα πρότασης, αλλά θέμα τήρησης νόμων. Δεν μπορεί ο ΧΑυγίτης που επιτίθεται σε ανθρώπους είτε μετανάστες είτε δημάρχους, είτε βουλευτές να χαίρει ασυλία που μόνο σε καθεστώτα τύπου Μουμπάρακ και Καντάφι συναντάμε.

Την εκτελεστική εξουσία την έχει η κυβέρνηση, όχι εμείς οι πολίτες. Έχει συντάξει νόμους, έχει θέσει ως [υποτίθεται] ανεξάρτητη εξουσία θεσμός τη δικαιοσύνη και είναι υποχρεωμένη να τηρεί τους νόμους ισότιμα.

Ούτε αυτό το κάνει.

Γράφεις: “Την αποκηρύξαμε [αστυνομία] ως ταξικό εχθρό, τους είπαμε συλλήβδην «μπάτσους γουρούνια δολοφόνους»”

Λάθος, ο χαρακτηρισμός έγκειται στον ρόλο της αστυνομίας ως το εργαλείο βίαιης καταστολής, καταπάτησης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασυλίας των πράξεών τους.

Σε μία ιδανική κοινωνία δεν θα είχαμε ανάγκη την αστυνομία, διότι δεν θα υπήρχε έγκλημα.

Ο ρόλος της αστυνομίας, στις παρούσες συνθήκες είναι η προστασία του πολίτη, του *κάθε* πολίτη, είτε πλούσιος, είτε φτωχός, είτε Αλβανός, είτε Πακιστανός.

Η δομή της έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια αν έχεις παρατηρήσει.

Έχουμε περισσότερες μονάδες καταστολής από τροχαίους που κάποτε επέβλεπαν αν ξεπερνούσες το όριο σε κάποιο δρόμο.

Οι αγροφύλακες στην επαρχία καταργήθηκαν. Αποτέλεσμα: Ασυδοσία από κράτος και πολίτες.

Αυτό το σχήμα δεν λέγεται αστυνομία, λέγεται ΜΑΤ-ΥΜΕΤ-ΔΙΑΣ καμία σχέση με αστυνόμευση, καμία σχέση με αυστηρούς ρόλους που πρέπει να έχει ένας αστυνομικός ώστε να μην καταπατήσει διεθνείς συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε να μην υπερβεί την εξουσία που του δόθηκε.

Γράφεις: “Να προσφερθούν νομικές υπηρεσίες σε όσους τις χρειάζονται. Να δείξουμε επιτέλους με κάποιο τρόπο πως μπορούμε να υπερασπιστούμε ανθρώπινα δικαιώματα αποδεχόμενοι ένα πλαίσιο. Ή να αγωνιστούμε να αλλάξουμε αυτό το πλαίσιο προβάλλοντας πειστικές και βιώσιμες αντιπροτάσεις. Αλλά να αποδεχτούμε το μονο σίγουρο: η στείρα ρητορεία δεν μας οδήγησε πουθενά καλύτερα”.

Νομίζεις ότι δεν γίνεται αυτό; Ότι δεν τρέχουν δικηγόροι που πληρώνονται ψίχουλα από προσωπική ευαισθησία για τέτοια θέματα;

Το πρόβλημα δεν λύνεται πάλι με κοινωνικό αυτοματισμό. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το μοντέλο Σημίτη έχει αποτύχει πανηγυρικά. Στις ανεπτυγμένες χώρες τύπου Γερμανία, δεν υπάρχει κοινωνικός αυτοματισμός. Είναι υποχρεωμένο το κράτος να τηρεί τους νόμους της χώρας και της Ε.Ε. εφόσον είναι μέρος της.

Οι νόμοι δεν θεσπίζονται για να γίνουν διακοσμητικά στοιχεία. Από τη στιγμή που δεν τηρούνται κατ’ εξακολούθηση για σειρά 10ετιών, δηλαδή επίτηδες, είναι προφανές το “Λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλεια” είναι άκυρο, ειδικά όταν αναφέρεσαι σε πολίτες με “0″ εκτελεστική εξουσία προβάλλοντας πάλι το μοντέλο του κοινωνικού αυτοματισμού που έχει καταργήσει τον έλεγχο της διαφθοράς κράτους και πολιτών.

Η θέση μας, ως άνθρωποι που θέλουν να λέγονται ότι είναι άνθρωποι χωρίς χαρακτηρισμούς που ανέφερες “αριστεριστές” είναι να αναδεικνύουμε καθημερινά θέματα κρατικής καταπάτησης δικαιωμάτων σε ελεύθερα μέσα όπως το διαδίκτυο, τον μιντιακό εκφασισμό που δεν ανέφερες καθόλου ως μία από τις κύριες αιτίες της ανόδου της ακροδεξιάς και των νεοναζί της ΧΑ, να διαδηλώνουμε δημοκρατικά – ειρηνικά για τα αυτονότητα.

Έχουμε φτάσει εκεί αγαπητέ Ανέστη, στο να εξηγούμε αυτονόητα, απόδειξη μίας κοινωνίας σε κρίση, ή μάλλον σε σήψη.

Αυτοκαταστολή

July19

Πριν από ένα χρόνο περίπου είχα πέσει πάνω στο ντοκιμαντέρ “The Eye of the Storm“.

Πραγματεύεται το πείραμα μίας δασκάλας, της Jane Elliot, που μαθαίνει στα παιδιά το νόημα των φυλετικών διακρίσεων.

Η Jane Elliot ψυχαναγκάζει τα παιδιά να διαχωριστούν σε παιδιά με μπλε μάτια και καφέ μάτια.

Συνέβησαν τρεις πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, πέρα από τις προφανείς:

1. Τα παιδιά που δασκάλα διαχώρισε [πχ με τα μπλε μάτια] ως λιγότερο έξυπνα, λιγότερο δραστήρια κλπ άρχιζαν να νιώθουν υποτιμημένα αποκλειστικά σε ατομικό επίπεδο. Τα παιδιά που εκθείασε η δασκάλα [με τα καφέ μάτια], άρχιζαν να έχουν καλύτερη απόδοση στο μάθημα.

2. Όταν η δασκάλα αντέστρεψε τους ρόλους, προβάλλοντας τα παιδιά με τα μπλε μάτια ως τα πιο έξυπνα, τα πιο ικανά στα μαθήματα, η συμπεριφορά δεν αντιστράφηκε, αλλά μετατράπηκε σε εκδίκηση.

3. Τα υποτιμημένα παιδιά, δεν στράφηκαν να ενωθούν με τους “ομοίους” τους, αλλά βίωσαν την υποτίμηση σε απόλυτο προσωπικό επίπεδο.

Ο ρατσισμός είναι κατασταλτικός ως πρώτη παρατήρηση [το πρώτο συναίσθημα] για το θύμα είτε πρόκειται για παιδιά – που είναι σκέτο ένστικτο – ή για ενήλικες-θύματα ρατσισμού.

Κατασταλτικός διότι το θύμα επηρεάζεται τόσο από την ρατσιστική συμπεριφορά με συνέπεια να πιστεύει πως είναι πράγματι κατώτερος – πράγμα που τον καταστέλλει.

Κατασταλτικός επίσης διότι αφού το θύμα βιώσει ατομικά τη βίαιη ρατσιστική επίθεση δεν ενώνεται με τα υπόλοιπα θύματα για να αντεπιτεθεί ή αμυνθεί [εκ πρώτης όψεως].

Έχουν σχέση οι συνθήκες φυσικά.

Αναφέρω προσωπικές μου εμπειρίες:

Έχω μία πάθηση – ας πούμε – ή μάλλον είχα μία πάθηση διότι με πολύχρονο αγώνα κατάφερα να την εξαφανίσω σωματικά, ψυχικά και κοινωνικά.

Αυτή η σχετικά σπάνια πάθηση μου έδωσε μία παραμόρφωση στο πρόσωπο.

Τα βιώματα που είχα από το σχολείο είναι παρόμοια με τα βιώματα που ζει ένα παιδί μεταναστών σε ένα σχολείο γεμάτα Ελληνόπουλα.

Κοροϊδίες, προσβολές και διάφορα άλλα.

Φυσικά με επηρέασε αυτή η συμπεριφορά, έδρασε σαν κατασταλτικό το οποίο κουβαλώ ακόμα και τώρα στη ζωή μου.

Με έκανε εύπιστη – αυτό με τα χρόνια εξαλείφθηκε – με έκανε να νιώθω πως δεν είμαι μέρος μίας τάξης μαθητών, αλλά ένα τέρας που ή το λυπόντουσαν – αυτό το συναίσθημα ήταν το χειρότερο – ή του επιτίθενται βίαια.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που γυρνούσα με ανοιγμένη μύτη στο σπίτι από το σχολείο, επειδή στα μάτια μίας παρέα φάνταζα ως φρικιό.

Όσες φορές η μητέρα μου, το θυμάμαι σαν χθες, και να μου έλεγε πως όταν σε χτυπάνε, χτύπα τους πίσω, τόσο φοβόμουν.

Φοβόμουν τι θα γινόταν μετά, φοβόμουν πως έπρεπε να προστατεύω το σημείο που είχα τη δυσμορφία…

Το ξύλο, οι συμπεριφορές, η λύπηση ήταν κατασταλτικά μέσα για όλη μου την παιδική ηλικία.

Βλέπεις ήμουν η μόνη στο σχολείο με αυτή την γκροτέσκα πάθηση και η μόνη αλληλεγγύη μου ήταν η παρηγοριά και το κουράγιο που μου έδιναν οι γονείς.

Αυτό που με έκανε πλέον να μην φοβάμαι, ήταν άλλες λειτουργίες, προσωπικές, ατομικές λειτουργίες του νου μου, όταν έπρεπε να δώσω τις “μάχες” μου στα νοσοκομεία.

Την πρώτη μου επέμβαση την έκανα όταν πήγαινα στην τελευταία τάξη του δημοτικού.

Επειδή έφυγε ένα μεγάλο βάρος από το σώμα μου, έφυγε και από την ψυχή μου. Είχα συνδυάσει συνειδητά το τι σήμαινε για μένα η αφαίρεση αυτού του “βάρους”.

Θυμάμαι μία ημέρα πριν γυρίσω στο σχολείο η μητέρα μου, με είχε ανακουφίσει λέγοντάς μου, πως έχει ενημερώσει τους δασκάλους κι εκείνοι στη συνέχεια τους συμμαθητές μου για την εμφάνισή μου.

Μισό ξυρισμένο κεφάλι με 20 ράμματα και ένα πρήξιμο που έκανε την αγγειακή δυσπλασία που είχα πριν την εγχείρηση διπλάσια σε μέγεθος.

Κανένα παιδί δεν με ξανακοροΐδεψε – πέρα από εξωσχολικούς που ήταν η καθημερινότητά μου – ειδικά από ενήλικες που κοιτούσαν έντονα ή ρωτούσαν με θράσος.

Η καταστολή όμως που ουσιαστικά ήταν η μοναδική μου άμυνα απέναντι στις ρατσιστικές λεκτικές ή βίαιες επιθέσεις πέρασε στο χαρακτήρα μου.

Νομίζω πως αρκετός κόσμος που βιώνει από τα παιδικά του χρόνια ή παρατεταμένα στην ενήλικη ζωή του ρατσιστικές συμπεριφορές για το χρώμα του, για τη θρησκεία του, για τη διαφορετικότητά του πως αυτά τα υπολείμματα αυτοκαταστολής, ατολμίας θα τα κουβαλά μέσα του, όσο και να αγωνίζεται να τα εξαλείψει μέχρι το τέλος.

Μία εξαιρετική ταινία όπου πραγματεύεται ένα αντίστοιχο πείραμα με το The Eye of the Storm είναι το Die Welle.

« Older EntriesNewer Entries »

ΑΡΧΕΙΟ

Ship to Gaza

Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr